Ο καθηγητής Χρίστος Γούδης μιλά για το μαγικό κόσμο της αστρονομίας και του σύμπαντος, με αφορμή τον εορτασμό του παγκόσμιου έτους Αστρονομίας 2009.

universeΠαρακάτω σας παραθέτουμε την εναρκτήρια ομιλία του εορτασμού του παγκοσμίου έτους Αστρονομίας 2009 από τον Καθηγητή Χρ. Γούδη, διευθυντή του ινστιτούτου αστρονομίας & αστροφυσικής του Αστεροσκοπείου Αθηνών & πρόεδρο της Εθνικής Αστρονομικής Επιτροπής.
Νυν το περίβλημα της Γης
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα
Νυν νυν το μηδέν
Και αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!
Πέραν αυτής της ποιητικής προσέγγισης του Οδυσσέα Ελύτη από το «Άξιον εστί», που αποδίδει με ενάργεια, λιτότητα και αστρονομική πολυσημία την βαθύτερη σχέση του εφήμερου με την αιωνιότητα, αλλά και την μεγαλοσύνη των μικρών σε σχέση με την ασημαντότητα της ύπαρξης, χρονικά και χωρικά, πάντα θα μένουν χαραγμένα στη μνήμη μου τα καταληκτικά λόγια ενός μεγάλου της ρωσικής λογοτεχνίας στο έργο του «Η Λευκή Φρουρά», μέσα από το οποίο, καθώς το διάβαζα όταν ήμουν ακόμα στην εφηβία, βίωσα τις επιπτώσεις μιας δραματικής κοινωνικής αναταραχής στη ζωή των καθημερινών ανθρώπων:

«Όλα θα περάσουν. Τα βάσανα, οι πόνοι, το αίμα, η πείνα, οι αρρώστειες. Το σπαθί θα εξαφανισθεί, όμως τα άστρα θα μείνουν, ακόμα κι όταν τα χνάρια απ΄ τα κορμιά και τις πράξεις μας θάχουνε σβήσει από τη γη. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη το ξέρει. Τότε λοιπόν γιατί δε θέλουμε να στρέψουμε το βλέμμα μας επάνω τους; Γιατί ;»

Τα άστρα σαν καταφυγή και απόδραση από μια ζοφερή γήϊνη πραγματικότητα ήταν η εικόνα που πρόβαλε εκείνη τη στιγμή μπροστά μου. Τα άστρα σαν βασίλειο μιας αιώνιας παρουσίας. Σαν πλαίσιο σταθερότητας μπροστά σε μια συνεχή ροή ανατροπής ενός κοινωνικού καταστημένου. Είναι η εικόνα αυτή αληθινή; Για την ανθρώπινη χρονική κλίμακα ναι, για την αστρική, όχι.

Η αστρονομία είναι ίσως ο μοναδικός κλάδος της επιστήμης που διατηρεί την επικαιρότητά του από την εμφάνιση του ανθρώπινου πολιτισμού μέχρι σήμερα. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τα άστρα είναι ταυτισμένο με την ίδια του την υπόσταση ως διαφοροποιημένου νοήμονος όντος που «θεωρεί τα άνω». Αυτή η ιδιόμορφη τάση του (που περικλείεται και στην ετυμολογία της λέξεως άνθρωπος) είναι ίσως η πιο καθοριστική ιδιότητα της όλης εξελικτικής του πορείας. Είναι η ιδιότητα που τον κάνει να βλέπει τον εαυτό του από μία ευρύτερη σκοπιά, σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς που συνέχεια αλλάζει και απομακρύνεται μέσα στον Χώρο και στον Χρόνο. Η συνεχής επανεκτίμηση της θέσεως του ανθρώπου μέσα στον ευρύτερο Κοσμικό Χώρο, που έρχεται σαν αποτέλεσμα των αστρονομικών μελετών, έχει καθοριστικό χαρακτήρα στη διαμόρφωση της γενικότερης φιλοσοφίας του, επιτρέποντάς τον να ξεφύγει από τα δεσμά και τις παγίδες της καθημερινότητας, από τον περιορισμένο ορίζοντα της ενασχόλησής του με τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας ή των πανταχού παρόντων τηλεοπτικών παραθύρων. Χάρη στα επιτεύγματα της αστρονομίας αποκτά κανείς την εποπτεία των πραγμάτων μέσα από τη θέα του αητού και όχι του βατράχου. Αυτή την πανοραμική θέα θα προσπαθήσω να σας κοινωνήσω σταδιακά, προσεγγίζοντάς την ιστορικά, και οριοθετώντας την μέσα από τα υπαρξιακά ερωτήματα που ανακύπτουν από το σοκ της επαφής μας μαζί της.

Ο άνθρωπος της εποχής του Πτολεμαϊκού Σύμπαντος, του μικρού γεωκεντρικού κόσμου, είναι ο άνθρωπος-κατακτητής, ο άνθρωπος ο γεμάτος εμπιστοσύνη στο μεγαλείο του εαυτού του, ο εγωκεντρικός κυρίαρχος της Γης. Ο άνθρωπος της εποχής του Κοπέρνικου αρχίζει να κλονίζεται. Η Γη δεν είναι πια το κέντρο του Σύμπαντος, αλλά ένα σώμα που κινείται γύρω από κάτι πιο σημαντικό (πιο ζωντανό ίσως), τον Ήλιο. Το κίνημα της εκθρόνισης της Γης από το κέντρο του Σύμπαντος χρειάσθηκε τον ιστορικό του χρόνο για να εκδηλωθεί και να επικρατήσει. Γιατί η ευρύτερη αποδοχή επαναστατικών αντιλήψεων που αλλάζουν τον κατεστημένο τρόπο πρόσληψης των πραγμάτων, είναι αποτέλεσμα μίας συλλογικής ανθρώπινης ωριμότητας, που για να επιτευχθεί χρειάζεται ένα μακρό χρονικό διάστημα. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε κάποιος να εξηγήσει, πώς η πρωτοπόρος σύλληψη του Αρίσταρχου που έζησε τετρακόσια περίπου χρόνια πριν από τον Πτολεμαίο («τά μέν απλανέα τών άστρων καί τόν ήλιον μένειν ακίνητον, τήν δέ γήν περιφέρεσθαι περί τόν ήλιον κατά κύκλου περιφέρειαν»), κυριολεκτικά αγνοήθηκαν από τους ανθρώπους της εποχής του, για να γίνει αποδεκτή μετά από χίλια οκτακόσια χρόνια, με την επανεισαγωγή της από τον Κοπέρνικο, που σημειωτέον ήταν γνώστης και θαυμαστής της θεωρίας του Αριστάρχου.

Το έργο του Κοπέρνικου το δημοσιευμένο πρακτικά τη στιγμή του θανάτου του το 1543 φέρει τον λατινικό τίτλο De Revolutionibus Orbium Coelestium: «Περί της Περιφοράς των Ουρανίων Σφαιρών» δηλαδή των πλανητών. Η υπαρξιακή ανατροπή που προκάλεσε στο χώρο του πνεύματος ήταν τόσο συγκλονιστική ώστε η λέξη Revolutio από την αρχική ψυχρή αστρονομική της έννοια τη σημαίνουσα «περιφορά», απέκτησε τον ηφαιστειακό δυναμισμό της, που συνοδεύει την καθιερωμένη πλέον φορτισμένη έννοια της στις λατινογενείς και αγγλοσαξωνικές γλώσσες, την έννοια της «Επανάστασης». Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας επιστημονικής αρχικά λέξεως που ξεπερνά το πρωτογενές της νόημα και, λόγω της ανατρεπτικότητας που προκαλεί στο χώρο των ιδεών της επιστήμης, επεκτείνεται νοηματικά για να καλύψει σεισμικά και ηφαιστειακά κοινωνικά φαινόμενα μείζονος ιστορικής σημασίας.

Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής έχει πλέον κυριολεκτικά συρρικνωθεί στις ασήμαντες κοσμικές διαστάσεις του. Ακόμη και ο Ήλιος δεν είναι πια παρά ένα κοινό αστέρι μέσα στον ασύλληπτο αριθμό των αστεριών του Γαλαξία, ένα αστέρι μέσα στα πολλά δισεκατομμύρια. Και ο Γαλαξίας δεν είναι, παρά ένας κοσμικός κόκκος μέσα σε πολλά δισεκατομμύρια γαλαξίες του γνωστού σε μας Σύμπαντος. Μέσα σ’ αυτό τον αχανή σε έκταση χώρο, η σύλληψη της έννοιας άνθρωπος αρχίζει να γίνεται δύσκολη. Ο εκθρονισμένος, απομυθοποιημένος σημερινός άνθρωπος, κοιτά τον εαυτό του σε σχέση με τα σημερινά κοσμικά δεδομένα και διερωτάται για την έννοια της υπόστασής του. Ο Κόσμος ολόγυρά του έχει δραματικά αλλάξει, από τον πρώτο κοσμικό συνοικισμό του Πτολεμαίου και το μικρό στατικό, επαρχιακό Σύμπαν του Κοπέρνικου, στο απρόσωπο αχανές Σύμπαν του σήμερα. Το καλοφτιαγμένο, μονότονο μηχανικό ρολόϊ παραχώρησε τη θέση του σε έναν νευρικό κοσμικό οργανισμό που γεννιέται, εξελίσσεται και πεθαίνει.

Η γνώση της φύσης και ιδιαίτερα η συνειδητοποίηση της συγκρότησής της σε μείζονα κλίμακα, δρα καταλυτικά στον τρόπο θέασης όλων των προβλημάτων μας. Η υπέρβαση μιας εγωκεντρικής πραγματικότητας, από το γεωκεντρικό στατικό Σύμπαν των άστρων που πλάσθηκαν σαν στολίδια για να κοσμούν τον άνθρωπο, στο ηλιοκεντρικό μηχανικό Σύμπαν – με την Γη ως μείζονα περιφερόμενη επαρχία γύρω από τον Ήλιο – και στη συνέχεια στο σύγχρονο οργανικό εξελισσόμενο Σύμπαν των πολλών δισεκατομμυρίων γαλαξιών με τον κάθε γαλαξία να περιέχει πολλά δισεκατομμύρια ήλιους, και ποιός ξέρει πόσους πλανήτες, και ποιός ξέρει πόσες μορφές ζωής, διαμορφώνει την εικόνα μιας Γης μεγέθους κόκκου κοσμικής σκόνης, και ενός ανθρώπου αδύναμου μπροστά σ΄ αυτήν την αποκαλυπτική εικόνα και συνάμα δυνατού στην ικανότητα κατανόησης και σε κάποιο βαθμό χειραγώγησής της.

Η ιστορική αυτή διαστολή που υφίσταται το Σύμπαν ως αντανάκλαση της διαστολής της γνώσης και της συνειδητότητας της μείζονος, και παράλληλα διαστελλόμενης αριθμητικά, ανθρωπότητας μέσα στην ιστορική της πορεία στο χρόνο, στηρίζεται σε απτά παρατηρησιακά δεδομένα. Και είναι τα δεδομένα αυτά που συνεχώς αλλάζουν την έκταση και το περιεχόμενο τού κατά καιρούς θεωρούμενου Σύμπαντος, για να αντιληφθούμε, στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι ο Ήλιος δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο άστρο μέσα στα τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια άστρα που αποτελούν τον ουράνιο δίσκο που ακούει στο όνομα ο «Γαλαξίας» μας. Και ακόμα χειρότερο για τον γήϊνο εγωϊσμό μας, μεσούντος του 20ου αιώνα, να συνειδητοποιήσουμε ότι και αυτός ο τεράστιος Γαλαξίας μας δεν είναι παρά ένας από τα 100 ή και περισσότερα δισεκατομμύρια γαλαξιών που απαρτίζουν το γνωστό Σύμπαν. Τα οποία μάλιστα, δομημένα σε σμήνη και υπερσμήνη γαλαξιών, μετέχουν σε μία συνεχή φυσική αυτήν την φορά, και όχι ιστορική, διαστολή, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάποτε όλο αυτό το κοσμικό βεγγαλικό ξεκίνησε από μία μεγάλη έκρηξη.

Έτσι, παίζοντας play back την ταινία της δημιουργίας του Σύμπαντος, με τον ίδιο τρόπο που ξαναστήνουμε όρθιους τους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης γυρίζοντας ανάστροφα την ταινία της πτώσεώς τους, προσπαθούμε να αναχθούμε στο σημείο μηδέν του Σύμπαντος, όπου τα πάντα ήταν εγκλωβισμένα, πριν από 14 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια, σ΄ αυτό το μυστηριακό μαθηματικό σημείο, και μάλιστα αρμονικά συναγμένα με μεγάλη τάξη, γιατί από τη στιγμή που ξεχύθηκαν συνοδεύονται από αύξουσα αταξία, αυτό που στην φυσική ονομάζουμε εντροπία, παρά τις «παρασιτικές» πολύπλοκες δομές, όπως η ζωή, που εμφανίζονται προσωρινά, απορροφώντας ενέργεια και ύλη από τον περιβάλλοντα χώρο. Αυτό το λιλιπούτειο ορφικό αυγό της σύγχρονης κοσμολογίας δεν γεννά μόνο την ύλη και την ακτινοβολία αλλά και τον χώρο και τον χρόνο. Όλα αυτά είναι μέσα του. Όλη αυτή η μάζα κι η ενέργεια, που είναι σήμερα ξεχυμένη εδώ κι εκεί, βρίσκονταν κάποτε συμπιεσμένη σ΄ αυτό το κοσμικό αυγό. Ο μακρόκοσμος που παρατηρούμε σήμερα ξεκίνησε κάποτε από έναν μικρόκοσμο. Έναν δηλαδή διαφορετικό κόσμο που έπρεπε να διαρραγεί, σαν το ορφικό αυγό, για να βγεί από μέσα του ο «θαυμάσιος καινούργιος κόσμος» στον οποίο ζούμε και τον οποίο βιώνουμε.

Φυσικά το Σύμπαν δεν παύει να είναι μια λέξη-κουβέρτα που κουκουλώνει την άγνοιά μας. Η γνώση μας γι΄ αυτό αυξάνει καθημερινά με την βελτίωση των τεχνολογικών αισθητήρων μας, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προέκταση των αισθήσεών μας και των δυνατοτήτων τού εγκεφάλου μας. Η γνώση μας, μέρα με τη μέρα, αυξάνεται δραματικά σαν μπαλόνι που διαστέλλεται. Όμως η επιφάνειά του, που αντιπροσωπεύει τη γνωστή μας άγνοια, πάντα υπερκαλύπτει τις γνώσεις μας, πάντα γεννά περισσότερα ερωτηματικά από αυτά που επιλύει η αύξηση της γνώσης μας. Και πάντα παραμένει ανοικτό το ερώτημα εάν είναι ποτέ δυνατόν ο άνθρωπος, δημιούργημα της συμπαντικής αστερόσκονης, βλαστάρι και έκφανση του σύμπαντος, να αντιληφθεί πράγματι τον δημιουργό του.

Οι Ορφικοί, πολύ πριν από την σημερινή εποχή, πίστευαν ότι ο άνθρωπος ήταν ουράνιας καταγωγής, φτιαγμένος από «αστερόσκονη». Αυτό υποδήλωνε η ρήση τους: «γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον». Ήταν μια μεγαλειώδης σύλληψη, δεν είχαν όμως ευρήματα και αποδείξεις για να στηρίξουν τη θέση τους. Η ανθρωπότητα έπρεπε να περιμένει την σημερινή εποχή για την απαιτούμενη τεκμηρίωσή της. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αστέρια του Γαλαξία μας είναι πελώριες μάζες υδρογόνου που αυτοκαταναλώνονται, μετασχηματίζοντας στον πυρήνα τους το υδρογόνο σε ήλιο και στη συνέχεια το ήλιο σε βαρύτερα στοιχεία. Πολλά από τα αστέρια πεθαίνουν βίαια, σκορπώντας με μια δυνατή έκρηξη ένα μέρος από την αέρια μάζα τους και αφήνοντας πίσω τους εξωτικά αστρικά πτώματα: λευκούς νάνους, αστέρια από νετρόνια ή μελανές οπές, γνωστές στο ευρύ κοινό ως μαύρες τρύπες. Από τα αέρια της εκρήξεως που είναι εμπλουτισμένα με βαρύτερα στοιχεία, τα οποία αναμειγνύονται με την περιρρέουσα μεσοαστρική ύλη, γεννιούνται καινούργια πολυπλοκότερα αστέρια. Και γύρω τους καινούργιοι πλανήτες. Και πάνω σε αυτούς: Ζωή και Νόηση.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες προσφορές της σύγχρονης αστροφυσικής στην υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου για την προέλευσή του. Είναι η ανακάλυψη ότι τα στοιχεία της φύσεως συντίθενται μέσα στ΄ αστέρια από τα οποία στη συνέχεια εκτινάσσονται δυναμικά, κυρίως κατά την έκρηξη των μαζικότερων άστρων όταν αυτά, στην πορεία τους προς τον θάνατό τους, εξελίσσονται σε υπερκαινοφανείς, με αποτέλεσμα να εμπλουτίζουν τα νέφη υδρογόνου του Γαλαξία μας με βαρύτερα στοιχεία. Μέσα σ΄ αυτά τα εμπλουτισμένα μοριακά νέφη γεννιούνται καινούργια αστέρια και από αυτά πλανήτες, επάνω στους οποίους αναπτύσσεται ή εμφυτεύεται η ζωή. Σε κάθε περίπτωση η ζωή, είτε δημιουργείται και εξελίσσεται σταδιακά επάνω σε πλανήτες (όπως ακόμα πιστεύουμε ότι συνέβη με τη Γη), είτε πρωτογεννιέται μέσα στα σκοτεινά μοριακά νέφη και διασπείρεται στους πλανήτες, κρυμμένη σε κοσμικά οχήματα όπως οι μετεωρίτες και οι κομήτες (σύμφωνα με εναλλακτικές ανορθόδοξες θεωρήσεις του προβλήματος της γενέσεώς της που όμως κερδίζουν σήμερα έδαφος στην αστρονομική κοινότητα), είναι πάντα δημιούργημα της αστερόσκονης.

Η εικόνα αυτή που προέρχεται από τα επιτεύγματα της αστρονομίας και της αστροφυσικής είναι μια εικόνα που προκύπτει από δυνάμεις πέραν του καλού και του κακού, δυνάμεις βαρύτητας, ηλεκτρομαγνητικές, ισχυρές και ασθενείς πυρηνικές δυνάμεις σε ένα συνεχές παιχνίδι δημιουργίας και καταστροφής, συγκρότησης και μετάλλαξης, ισορροπίας και ευστάθειας, έκρηξης και βίας, ένα κοσμικό παιχνίδι που διέπει τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, ένα πολύπτυχο δράσεων, μορφογένεσης και εξαϋλωσης κάτω από την παρουσία δυνάμεων, ορατών τε και αοράτων.

Και είναι ακριβώς η γνώση αυτή, προαπαιτούμενη για τη χάραξη της πορείας μας στην κοινωνία των ανθρώπων. Η συνειδητοποίηση ότι είμαστε εκφάνσεις και δημιουργήματα ενός τέτοιου μυστηριακού Σύμπαντος μας βοηθά να κατανοήσουμε την ετερότητα, το «διαφορετικό» γύρω μας, και να αναπτύξουμε έναν κώδικα αξιών και συμπεριφοράς στηριγμένο στην ανοχή αλλά και στην χάραξη των ορίων της. Γιατί οι κοινωνίες των ανθρώπων, αντίθετα από τη συγκρότηση της φύσεως, υπάρχουν και λειτουργούν όχι πέραν, αλλά μέσα από τη γνώση των δυνάμεων του καλού και του κακού και τις συνειδητές επιλογές μας, με μέτρο πάντα τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο που υπερβαίνει τις υλικές του ανάγκες μπροστά σε ένα αχανές Σύμπαν και στρέφεται συχνά στους περιπλανώμενους σοφούς του πλανήτη που μόνη τους έγνοια είναι η γνώση των άστρων, στους σύγχρονους εκείνους νομάδες της επιστήμης που τόσο παραστατικά περιέγραψε ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, μέσα από τους στίχους του «Δωδεκάλογου»:

Κι ήρθαν και οι γύφτοι που γνωρίζουν
των πλανητών τα κατατόπια
κι όλα τα μυστικά των άστρων,
και που μιλάνε με τ΄ αστέρια,
και που θωρώντας τα μαντεύουν
ζωές, αγάπες, μοίρες, χάρους.

Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι διαβασμένοι
κι οι σκεφτικοί κι οι βυθισμένοι
στ΄αξήγητου το ξήγημα…

Είναι αυτή ακριβώς η «εξήγηση του ανεξήγητου» που απασχολεί το ανθρώπινο μυαλό από την εποχή που η κουλτούρα και ο πολιτισμός άρχισαν να χαρακτηρίζουν συλλογικά το ανθρώπινο είδος.

Ίσως εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η αναζήτηση των αρχών της δημιουργίας και της εξέλιξης του Κόσμου, η Κοσμολογία, όντας ελληνική λέξη και, τολμώ να πω, ελληνική σύλληψη – γνωστού όντος ότι ήταν οι Έλληνες φυσικοί, κυρίως από την Ιωνία, εκείνοι που πρώτοι συνέλαβαν τα πρώτα στοιχεία και τις υποκείμενες εγγενείς με αυτά διαδικασίες μετασχηματισμού και εξέλιξης του Σύμπαντος – διαπερνιέται από το κλασικό ελληνικό πνεύμα, σε ότι αφορά την αναγκαιότητα της βασικής γνώσης.

Ήταν ο Αριστοτέλης εκείνος που επεσήμανε αυτή την αναγκαιότητα με τη ρήση του: «ο άνθρωπος του ειδέναι ορέγεται φύσει», ο άνθρωπος επιζητά την γνώση από την ίδια του τη