Εφόσον έχετε αποφασίσει να αγοράσετε ένα νέο smartphone, με βασικό κριτήριο επιλογής τις άριστες λήψεις, τότε σας ενημερώνουμε ότι από μόνος του ο αριθμός των megapixels δεν λέει απολύτως τίποτα! Για να μάθετε τι μετράει τελικά, συνεχίστε την ανάγνωση…

Για να προσδιορίσουμε πόσο σημαντικά είναι τα megapixels (MP) για μία κάμερα, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πρώτα τι ακριβώς μετρούν. Πρόκειται για τον αριθμό των pixels (μετρημένο σε εκατομμύρια) που απαρτίζουν τον ψηφιακό «καμβά», πάνω στον οποίο θα αποτυπωθεί η πληροφορία κάθε λήψης, το γινόμενο δηλαδή των διαστάσεων του τελικού αρχείου της φωτογραφίας. Ετσι, για παράδειγμα, μία κάμερα 12MP μπορεί να μας δώσει αρχεία με διαστάσεις 4200×2800 pixels περίπου. Είναι αυτό αρκετό; Φυσικά και είναι ανώτερο από την ανάλυση του smartphone σας (όποιο και αν είναι το μέγεθός του), γεγονός που σημαίνει πως στην οθόνη της συσκευής σας η ευκρίνεια θα είναι άψογη. Ακόμη και αν διαθέτετε μία ολοκαίνουρια 4K UHD τηλεόραση, η ανάλυσή της είναι 3840×2160 pixels, οπότε και εκεί οι φωτογραφίες σας δεν θα εκμεταλλευτούν τη μεγαλύτερη ανάλυσή τους. Οσον αφορά στην εκτύπωση τώρα, η προαναφερθείσα ανάλυση, όταν τυπωθεί στα 300dpi (ποιότητα εξωφύλλου περιοδικού) καλύπτει μία επιφάνεια περίπου 36×24 εκατοστά, άρα την κάνετε ακόμη και poster… Στον αντίποδα, κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως η μεγαλύτερη ανάλυση καθιστά τις φωτογραφίες μας future proof, προσδίδοντάς τους μία διαχρονική ποιότητα ικανή να αντέξει στις εξελίξεις της τεχνολογίας (π.χ. οι 8K αναλύσεις όταν με το καλό μπουν στην καθημερινότητά μας θα αντιστοιχούν σε 33.2MP). Ταυτόχρονα, μία λήψη πολλών megapixels, μας επιτρέπει μόλις τραβήξουμε μία φωτογραφία να ζουμάρουμε με τα δάχτυλά μας πάνω στην οθόνη… σαν να μην υπάρχει αύριο! Οπως και να ‘χει, είναι κατανοητό ότι ο αριθμός των megapixels καθορίζει μόνο πόσο λεπτομερής θα είναι ο «καμβάς» και όχι το πόσο καλά θα αποτυπώνεται το θέμα μας πάνω του. Στην περίπτωση που όλες οι λοιπές προδιαγραφές μίας κάμερας είναι φτωχές, το αποτέλεσμα θα είναι μία θολή, σκοτεινή, κουνημένη ή κακοφωτισμένη εικόνα, απλά σε πολύ υψηλή ανάλυση!

 Αξιοποιώντας διαφορετικά τα MP

Ενα παράδειγμα έξυπνης αξιοποίησης των megapixels μίας κάμερας μας έδωσε ο IMX586 αισθητήρας της Sony. Τα 48MP του δυστυχώς περιορίζουν το μέγεθος pixel στα 0,8μm (πρέπει να χωρέσουν όλα σε μία πεπερασμένη επιφάνεια). Ωστόσο, με μία διάταξη Quad Bayer color filter, ο αισθητήρας ομαδοποιεί ανά 4 τα γειτονικά pixels, παγιδεύοντας συγχρονισμένα πληροφορία σαν να είχαμε ένα pixel μεγέθους 1,6μm.

Μέγεθος αισθητήρα και pixel

Οι κατασκευαστές των σύγχρονων smartphones δίνουν μάχη προκειμένου να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερες δυνατότητες σε όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο. Για τον λόγο αυτόν, η επιφάνεια ενός αισθητήρα κάμερας κινητού δεν έχει την πολυτέλεια να καταλαμβάνει τον χώρο που αφιερώνεται σε έναν αισθητήρα μίας DSLR κάμερας. Μικρότερος αισθητήρας σε συνδυασμό με αυξημένο αριθμό megapixels οδηγεί στο αυτονόητο, στη συρρίκνωση κάθε μεμονωμένου pixel προκειμένου να χωρέσει στη στριμωγμένη επιφάνεια του σένσορα. Είναι κακό αυτό; Φυσικά, αν αναλογιστεί κανείς ποιος είναι ο ρόλος του αισθητήρα και των pixels του. Πρόκειται για το ψηφιακό ισοδύναμο του παλιού αναλογικού φιλμ, καθώς καταγράφει το φως και το μεταφράζει σε χρώμα για κάθε μεμονωμένο pixel της επιφάνειάς του. Οσο μεγαλύτερος είναι ο αισθητήρας (μετράμε συνήθως τη διαγώνιό του με ίντσες), τόσο μεγαλύτερο μπορεί να είναι και κάθε pixel που φιλοξενεί (το μέγεθός του μετριέται με microns-μ ή μικρομέτρα-μm) άρα και περισσότερο το φως που μπορεί να αποτυπώσει, μεταφράζοντας στην ψηφιακή γλώσσα την αναλογική χρωματική πληροφορία που παγιδεύει ο φακός που βρίσκεται μπροστά του. Το αποτέλεσμα είναι πιο φωτεινές φωτογραφίες, με μεγαλύτερη πιστότητα στο θέμα που έχουμε απέναντί μας και λιγότερο ψηφιακό θόρυβο. Οταν λοιπόν μία κάμερα κινητού… κομπάζει για τα πολλά megapixels της, καλό είναι να ελέγξουμε ότι διατηρεί μεγάλο μέγεθος αισθητήρα, προκειμένου να υπάρχει ο απαιτούμενος χώρος για να φιλοξενήσει τα pixel δίχως να τα συρρικνώσει υπέρμετρα. Είναι προτιμότερο, λοιπόν, να έχουμε έναν αισθητήρα λιγότερων megapixels αλλά με μεγάλο μέγεθος pixels (π.χ. 1,4μm) αντί να έχουμε λίγα παραπάνω megapixels αλλά με pixels μικρότερων διαστάσεων που καταγράφουν φτωχότερη οπτική πληροφορία. Οπως και να το κάνουμε, όσον αφορά στους αισθητήρες και στα pixels τους, το μέγεθος μετράει, ειδικά όταν μας ενδιαφέρουν οι λήψεις σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού…

Αποκωδικοποιώντας το διάφραγμα

Περνώντας στις παραμέτρους του φακού, ίσως το… διασημότερο χαρακτηριστικό είναι το διάφραγμα, το οποίο ορίζεται από το μέγεθος της οπής μέσω της οποίας εισέρχεται το φως στο εσωτερικό της κάμερας. Οσο μεγαλύτερο είναι, τόσο πιο φωτεινές μπορούν να είναι οι φωτογραφίες μας, ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές (π.χ. νυχτερινές λήψεις). Ενα μεγάλο διάφραγμα (π.χ. f/1.8) δίνει τη δυνατότητα να παγιδευτεί ικανό φως μέσα σε ελάχιστο χρόνο, γεγονός που επιτρέπει υψηλότερες ταχύτητες κλείστρου και συνεπώς μειώνει τις πιθανότητες η φωτογραφία μας να βγει «κουνημένη», μιας και η οπτική πληροφορία αιχμαλωτίζεται… αυτοστιγμεί. Στην εποχή της φωτογραφίας μέσω smartphone, το μεγάλο διάφραγμα έχει συνδεθεί με τα bokeh εφέ στα πορτρέτα, καθώς επιτρέπει ένα «ρηχό» βάθος πεδίου, με αποτέλεσμα να καταγράφεται εστιασμένο μόνο το πρόσωπο, ενώ το φόντο παραμένει θολό. Σε συνδυασμό με μία δεύτερη βοηθητική κάμερα και το κατάλληλο software, οι φωτογραφίες σας στα social media γίνονται εγγυημένοι μαγνήτες… like!

Απλά μαθηματικά…

Και για να θυμηθούμε λίγο τα κλάσματα από την αριθμητική του Δημοτικού, όταν ένας αισθητήρας έχει διαγώνιο 1/1.7″ είναι προφανώς μεγαλύτερος από έναν που έχει διαγώνιο 1/2.7″, καθώς όσο μικρότερος είναι ο παρονομαστής, τόσο μεγαλύτερο το νούμερο. Το ίδιο ισχύει και για τα μεγέθη του διαφράγματος, το f/1.8 είναι μεγαλύτερο από το f/2.4.

Μεταβλητό διάφραγμα

Τα Samsung Galaxy S9 και S9 Plus ήταν τα πρώτα smartphones που εγκαινίασαν τη λογική του πραγματικά μεταβλητού διαφράγματος. Οπως το ανθρώπινο μάτι μπορεί και προσαρμόζεται ανάλογα με τις συνθήκες, έτσι και ο φακός των S9 διαθέτει διάφραγμα f/1.5 ή f/2.4 (με αυτόματη επιλογή) προκειμένου να ανταποκρίνεται στις διαφορετικές συνθήκες φωτισμού που καλείται να αντιμετωπίσει: f/1.5 για εξαιρετικές λήψεις ακόμη και με ελάχιστο φωτισμό ή f/2.4 για μεγαλύτερη ευκρίνεια κάτω από ικανοποιητικό φως. Οποιαδήποτε άλλη περίπτωση «μεταβλητού» διαφράγματος, που με έναν δείκτη στην οθόνη αλλάζετε υποτίθεται το μέγεθός του και άρα και το θόλωμα στο background, πρόκειται για software τρικ το οποίο επιστρατεύει δύο κάμερες για να χαρτογραφήσει το βάθος και να θολώσει το φόντο όσο εσείς «ανοίγετε» το διάφραγμα (το οποίο στην πραγματικότητα είναι σταθερό).

Η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης

Με πρωτοστάτη τη Huawei και τις NPU (μονάδες επεξεργασίας νευρωνικών δικτύων) των flagship επεξεργαστών Kirin, η τεχνητή νοημοσύνη ή αλλιώς AI (Artificial Intelligence) έχει μπει πλέον και στα «χωράφια» της φωτογραφίας. Οι κάμερες μπορούν πλέον να αναγνωρίζουν τη σκηνή που βρίσκεται μέσα στο κάδρο σας και να εφαρμόζουν αυτόματα τις κατάλληλες ρυθμίσεις, ανάλογα με το εκάστοτε αντικείμενο που έχετε στο στόχαστρό σας. Ακόμη, όμως, και αν ο επεξεργαστής του smartphone σας δεν διαθέτει dedicated NPUs, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί σε πραγματικό χρόνο να εφαρμόζει εφέ ωραιοποίησης (beautification), πιο εύστοχα bokeh κ.ά., μέσω του κατάλληλου λογισμικού.

Από τα πολλά MP στις πολλές κάμερες

Δεν έχει περάσει καιρός από τότε που η διπλή κάμερα στην πλάτη μίας συσκευής αποτελούσε καινοτομία. Στις μέρες μας, ωστόσο, έχουμε δει ακόμη και μοντέλα όπως το Samsung Galaxy A9 με τέσσερις αισθητήρες στην πίσω του πλευρά. Η τετραπλή κάμερα προφανώς δεν φωτογραφίζει ταυτόχρονα με όλους τους φακούς, αλλά επιστρατεύει τον κατάλληλο συνδυασμό, αναλόγως της περίστασης. Ετσι, άλλος φακός επιμελείται τις ευρυγώνιες λήψεις σας, προκειμένου να χωράει όλο το τοπίο και η παρέα στο κάδρο σας, ενώ άλλος φακός παρέχει 2x οπτικό zoom, χωρίς τον παραμικρό συμβιβασμό στην ποιότητα εικόνας (σε αντίθεση με το ψηφιακό). Διπλές κάμερες συναντάμε πλέον και στις προσόψεις των smartphones, όπου η μία εκ των δύο λειτουργεί ως αισθητήρας βάθους για να επιτευχθούν ακόμη πιο εντυπωσιακά bokeh εφέ.

Υπάρχει και το video

Ας μην ξεχνάμε πως η κάμερα του κινητού μας δεν επωμίζεται μόνο τη λήψη φωτογραφιών αλλά και video. Σε αυτόν τον τομέα, καλό είναι να λάβετε υπόψη σας τα καρέ ανά δευτερόλεπτο (frames per second ή fps) που καταγράφονται σε κάθε ανάλυση. Προφανώς, η λήψη video σε ανάλυση 1080p (full HD δηλαδή) στα 60fps δίνει μία πολύ πιο φυσική και ρευστή αίσθηση της κίνησης από τα 30fps. Τα premium κινητά μπορούν να καταγράψουν και 4K video, ώστε να το απολαμβάνετε σε μία σύγχρονη τηλεόραση σε όλο του το μεγαλείο. Στo βίντεο, οι τεχνικές σταθεροποίησης παίζουν ακόμη σημαντικότερο ρόλο καθώς μιλάμε εξ ορισμού για κινούμενη εικόνα, ενώ αν δεν διαθέτουμε τρίποδο, είναι ουσιαστικά ανέφικτο το χέρι μας να παραμείνει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια της λήψης. Η αργή κίνηση είναι ένα trend που ξεκίνησε να γίνεται δημοφιλές εδώ και λίγα χρόνια, καθώς υπάρχουν ήδη στην αγορά μοντέλα που δίνουν τη δυνατότητα καταγραφής super slow motion video στα 960fps και μάλιστα σε 1080p ανάλυση. Τέλος, σε συσκευές όπως το Huawei Mate 20 Pro, είδαμε εντυπωσιακά ειδικά εφέ να εφαρμόζονται σε video σε πραγματικό χρόνο, την ώρα της λήψης.

Και ο επεξεργαστής στο παιχνίδι

Ακόμη και ο επεξεργαστής παίζει τεράστιο ρόλο στη φωτογραφία και δεν αναφερόμαστε μόνο στις επεμβάσεις της τεχνητής νοημοσύνης. Το SoC (System on Chip), άλλωστε, είναι ένα ολοκληρωμένο «μπουκέτο» κυκλωμάτων και όχι απλά ένας επεξεργαστής. Σε αυτό το σύνολο συγκαταλέγεται και ο ISP (Image Signal Processor) που, για παράδειγμα, στην περίπτωση του Kirin 980 είναι 4ης γενιάς, με κατά 46% βελτιωμένες επιδόσεις στην επεξεργασία εικόνας συγκριτικά με το προηγούμενο αντίστοιχο μοντέλο. Υποστηρίζει νέα τεχνολογία χρωματικής αναπαραγωγής HDR (color reproduction) που μπορεί να ρυθμίσει την αντίθεση της εικόνας και να φωτίσει αντικείμενα σε διάφορα σημεία της. Επιπλέον, ο Kirin 980 χρησιμοποιεί τη multi-pass λύση μείωσης θορύβου και αφαιρεί με ευστοχία αντικείμενα, χωρίς όμως να επηρεάζει τις λεπτομέρειες της εικόνας, ενώ εξασφαλίζει βέλτιστη ποιότητα φωτογραφιών ακόμη και σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Ενα ακόμη νέο χαρακτηριστικό του ISP είναι ο βελτιωμένος εντοπισμός κίνησης. Οταν ένας χρήστης προσπαθεί να τραβήξει μία φωτογραφία ενός ανθρώπου εν κινήσει, ο ISP μπορεί να αναγνωρίσει πλήρως το αντικείμενο με ακρίβεια που αγγίζει το 97,4%!

Σημαντικά… μα παραμελημένα

Κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε «αριθμολάγνου» συζήτησης καφενείου του τύπου: «η δική μου κάμερα έχει περισσότερα megapixel από τη δική σου», συχνά επισκιάζονται πάρα πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά της κάμερας, τα οποία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα. Ξεκινάμε από τον οπτικό σταθεροποιητή εικόνας OIS (Optical Image Stabilization), ο οποίος ελαχιστοποιεί την πιθανότητα οι λήψεις μας να βγουν κουνημένες. Ακόμη και αν το χέρι σας έχει τη σταθερότητα χειρουργού, ο οπτικός σταθεροποιητής παρέχει την πολυτέλεια να κρατηθεί για λίγο παραπάνω ανοιχτό το κλείστρο, αιχμαλωτίζοντας περισσότερο φως ακόμη και κατά τις νυχτερινές λήψεις, δίχως κίνδυνο θαμπού πλάνου λόγω κίνησης. Επίσης, οποιαδήποτε λύση OIS υπερτερεί σαφώς έναντι της υποδεέστερης ψηφιακής σταθεροποίησης, γνωστής και ως EIS (Electronic Image Stabilization), που βασίζεται σε αλγόριθμο και συναντάμε σε οικονομικότερα μοντέλα.  Συνεχίζουμε με το flash, το οποίο αν και θεωρείται αυτονόητο, δεν είναι πάντοτε της ίδιας δυναμικής. Τα Dual LED flash είναι προτιμητέα καθώς αν και καταναλώνουν σαφώς περισσότερη ενέργεια από τα απλά LED flash, έχουν τη δυνατότητα να φωτίσουν αντικείμενα που βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση. Στην περίπτωση των Dual Tone LED Flash, τα δύο LED έχουν διαφορετική θερμοκρασία λευκού, των οποίων η ένταση ρυθμίζεται αυτόματα για να ταιριάξει καλύτερα με τα περιβάλλοντα χρώματα.

Για το τέλος αφήσαμε κάτι που δύσκολα αντικατοπτρίζεται σε νούμερα, την ποιότητα των οπτικών μερών της κάμερας. Ενας φακός που κάνει συμβιβασμούς στην ποιότητα κατασκευής του, ακόμη και στο γυαλί που τον προστατεύει, ενδέχεται να ακυρώσει όλα τα πλεονεκτήματα ενός άρτιου αισθητήρα. Για να αποφύγουν τέτοιες παγίδες, κολοσσοί όπως η Huawei και η HMD Global (Nokia) έχτισαν συνεργασίες με καταξιωμένες εταιρείες του χώρου, όπως η Leica και η Zeiss αντίστοιχα.