Για την εισαγωγή της ψηφιακής τηλεόρασης στην Ελλάδα, όλη η αγορά ελπίζει ότι θα χορέψουμε… συρτάκι. Ξεκινήσαμε δηλαδή αργά, αλλά η «ελληνική ψυχή» θα πάει όλο και πιο γρήγορα.


Aπό την εφημερίδα Καθημερινή 1/3/2009
Του Βαγγέλη Μανδραβέλη


Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχοντας και πολιτικά ελατήρια, επισήμως εκτιμά ότι το «σβήσιμο (switch over)» της αναλογικής μετάδοσης τηλεοπτικού σήματος στην Ελλάδα θα γίνει κάποια στιγμή μετά το 2010. Οι αναλυτές όμως της αγοράς και οι τεχνοκράτες εκτιμούν ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί πριν από το 2012. «Μιλώντας τεχνοκρατικά, το όριο αυτό δεν είναι εφικτό», λέει καθηγητής του ΕΜΠ. Ο ίδιος επαφίεται περισσότερο στην αγορά να κάνει τη δουλειά της, παρά στους κυβερνητικούς χειρισμούς.


Οι πιο πεσιμιστές θεωρούν ως πιο πιθανό χρόνο ολοσχερούς μετάβασης της χώρας στην ψηφιακή μετάδοση τηλεοπτικού σήματος κάπου μεταξύ του 2012 και 2015. Και αυτό γιατί, βάσει των κανονισμών της Διεθνούς Ενωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU), τα κράτη-μέλη ΙΤU (πρακτικά ολόκληρος ο κόσμος) είναι υποχρεωμένα να εκπέμπουν ψηφιακά. Το έσχατο δε αυτό όριο θα συνετίσει την όποια ελληνική κυβέρνηση της εποχής εκείνης, η οποία και θα κλείσει όλους τους διακόπτες της αναλογικής τηλεοπτικής μετάδοσης.
Tο ζήτημα όμως είναι ότι όσο πιο γρήγορα περάσουμε σε αυτή τη μετάδοση τόσο το καλύτερο. O λόγος είναι το φάσμα συχνοτήτων που θα απελευθερώσει η ψηφιακή μετάδοση. Η τελευταία απαιτεί περίπου το 1/4 των συχνοτήτων που απαιτεί η αναλογική μετάδοση, αφού σε ένα δίαυλο σήμερα χωρά μια αναλογική μετάδοση και τέσσερις ψηφιακές.


Ως συνέπεια η πλήρης μετάβαση στην ψηφιακή εκπομπή θα απελευθερώσει φάσμα συχνοτήτων το οποίο θα μπορεί να αξιοποιηθεί για άλλες χρήσεις, π.χ. ασύρματες τηλεπικοινωνίες. Το απελευθερωμένο φάσμα ονομάζεται «ψηφιακό μέρισμα» και το μέρισμα αυτό ποικίλλει από χώρα σε χώρα. Στη Νορβηγία το «ψηφιακό μέρισμα» ανήλθε σε 458 Μεγάλυκλους (MHz), ενώ στην Ελβετία σε 100 ΜΗz. Στην Ελλάδα το ψηφιακό μέρισμα ακόμη αναζητείται, αλλά οι τεχνικοί το υπολογίζουν σε λιγότερο από 40 ΜΗz.
Ομως ακόμη και τα 100 ΜΗz που προέκυψαν στην Ελβετία, μπορούν να στηρίξουν το ισοδύναμο π.χ. πολλών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας. Για παράδειγμα η λειτουργία ενός δικτύου κινητής τηλεφωνίας σήμερα στην Ελλάδα απασχολεί πολύ λιγότερο από 100 ΜΗz.


Το πιο σημαντικό είναι ότι οι απελευθερωμένες συχνότητες βρίσκονται σε περιοχές του φάσματος που βολεύουν ιδιαίτερα τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. Στην περιοχή αυτή των γνωστών UHF συχνοτήτων, τα κύματα διαπερνούν καλύτερα τα κτίρια και διατηρούν την ισχύ τους σε μεγάλη απόσταση. Ετσι ένα δίκτυο κινητής τηλεφωνίας απαιτεί λιγότερες κεραίες για την ανάπτυξή του, γεγονός που σημαίνει μικρότερες επενδύσεις.


Πολλοί «broadcasters» ωστόσο εγείρουν ζήτημα για τις απελευθερωμένες συχνότητες. Οι ίδιοι θεωρούν ότι πραγματοποιούν μια νέα μεγάλη επένδυση από την οποία θα επωφεληθούν κάποιοι άλλοι. Γι’ αυτό στην Ευρώπη πολλοί broadcasters απαιτούν αποζημιώσεις από εκείνους που θα λάβουν τις απελευθερωμένες συχνότητες.


Αντιδράσεις επίσης υπάρχουν και στην τηλεπικοινωνιακή κοινότητα. Αρκετές επιχειρήσεις έχουν καταβάλει σημαντικά ποσά για να λάβουν συχνότητες σε χειρότερες περιοχές του φάσματος (π.χ. στα 3,5 GHz για δίκτυα WiMax), προκειμένου να αναπτύξουν δίκτυα επικοινωνιών. Και στη συγκεκριμένη περιοχή συχνοτήτων απαιτούνται ακόμη πιο πυκνά δίκτυα για την κάλυψη μιας συγκεκριμένης περιοχής (συνήθως απαιτείται οπτική επαφή των κεραιών). Ωστόσο, σε μια ευνομούμενη πολιτεία, η κυβέρνηση είναι αυτή που ελέγχει την κατάσταση και παίρνει τις αποφάσεις. Στις περισσότερες χώρες, οι κυβερνήσεις έχουν λάβει απόφαση ή προτείνουν να διαθέσουν περίπου 72 ΜΗz του «ψηφιακού μερίσματος» για τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες. Η μόνη εξαίρεση μέχρι σήμερα είναι η Δανία που προτείνει όλο το «ψηφιακό μέρισμα» να παραμείνει στη διάθεση των broadcasters.


Οι τελευταίοι έχουν κάθε λόγο να το διεκδικούν, αφού πέρα από τις νέες επενδύσεις που είναι υποχρεωμένοι να πραγματοποιήσουν, πιθανολογούν ότι στο μέλλον το «ψηφιακό μέρισμα» μπορεί να τους χρειαστεί. Για παράδειγμα, η μετάδοση υψηλής ευκρίνειας τηλεόρασης (High Definition TV) –κάτι το οποίο φαίνεται ότι έρχεται– απαιτεί διπλάσιες συχνότητες απ’ ό,τι η υφιστάμενη ψηφιακή μετάδοση τηλεοπτικού σήματος (Standard Definition TV). Kάποιοι μάλιστα οραματίζονται και τη μετάδοση πολύ υψηλής ευκρίνειας τηλεόρασης (Ultra HDTV) που απαιτεί ακόμη περισσότερες συχνότητες.


Tο θεσμικό πλαίσιο


Σύμφωνα με τους ειδικούς, για τη μετάβαση της χώρας στην ψηφιακή μετάδοση τηλεοπτικού σήματος απαιτούνται δύο κανονιστικές παρεμβάσεις. Μια Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) και ένα κρίσιμο Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ). Η ΚΥΑ θα καθορίζει σε ΦΕΚ τον οριστικό χάρτη (των 158) κέντρων εκπομπής ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος της χώρας, ενώ το Π.Δ. τους δικαιούχους που θα εκπέμπουν από αυτά τα κέντρα εκπομπής. Η ελληνική κυβέρνηση στο σχέδιο που παρουσίασε στην Κομισιόν έχει υποσχεθεί στο α’ τρίμηνο του 2009 να θέσει σε ισχύ την ΚΥΑ, κάτι που δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα.
Από την άλλη πλευρά, το Π.Δ. είναι το νομικό κείμενο εκείνο που θα βάλει σε τάξη το χάος που προκλήθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’80 με την αποκαλούμενη ελεύθερη τηλεόραση. Θα ορίζει δηλαδή τους όρους βάσει των οποίων το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης θα εκχωρεί τις άδειες εκπομπής των τηλεοπτικών καναλιών και μέχρι σήμερα το συγκεκριμένο κείμενο για περισσότερο από 20 χρόνια συνιστά «γεφύρι της Αρτας».


Ολα δείχνουν ότι η κανονιστική αυτή παρέμβαση θα γίνει λίγο πριν από την οριστική μετάβαση στην ψηφιακή μετάδοση. Πολλοί θεωρούν ότι δεν έχει πλέον νόημα να γίνει μια αδειοδότηση στην αναλογική μετάδοση. Ο τρόπος όμως και η διαδικασία αδειοδότησης συνιστά γρίφο, αφού, πέρα από οποιαδήποτε νομικά ζητήματα έχουν προκληθεί στη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών και παραμένουν ανοιχτά, κάθε κυβέρνηση έχει πολιτικό συμφέρον να κρατά το θέμα αυτό ανοιχτό. Με τον τρόπο αυτό, εκτιμάται ότι αναγκάζει τους «καναλάρχες» να προσεταιρίζονται το πολιτικό της όραμα, παρόλο που η εμπειρία δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει.