Στις τηλεπικοινωνίες η μείωση θα φτάσει το 3,1%, λόγω εντονότερου ανταγωνισμού τιμών, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ.

Από την εφημερίδα “Η Καθημερινή” 24/1
Του Β. Μανδραβελη

Κάμψη της αγοράς πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα κατά 2,3%, αντί αύξησης που προβλέπονταν αρχικά, καταγράφει το Παρατηρητήριο για την Κοινωνία της Πληροφορίας μέσα στο 2008. Η τελευταία μελέτη που ετοίμασε το ΙΟΒΕ για λογαριασμό του Παρατηρητηρίου έχει τίτλο «Μελέτη των κλάδων Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών για το 2008 και η χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορικής και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ) σε σημαντικούς κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα» και αναφέρει ότι το 2008 υπήρξε μείωση της αγοράς, αντί αύξησης 7% που είχε προβλεφθεί ένα χρόνο πριν. «Με βάση τις ενδείξεις, για το 2008 εκτιμάται ότι το σύνολο του τομέα θα υποστεί μείωση της τάξης του 2,3%.

Στις τηλεπικοινωνίες η μείωση θα φτάσει το 3,1%, λόγω περισσότερο του έντονου ανταγωνισμού τιμών που πιέζει τις εταιρείες σε σημαντικές προσφορές (για double ή triple play υπηρεσίες)», αναφέρεται χαρακτηριστικά στη μελέτη. Στο συμπέρασμα αυτό, το ΙΟΒΕ οδηγήθηκε από την εξέλιξη των μεγεθών των εισηγμένων επιχειρήσεων πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών, αλλά και την επανεκτίμηση των μακροοικονομικών μεγεθών.

Για το 2009 η μελέτη αναφέρει πρόβλεψη για αύξηση της αγοράς κατά 1,3%, αντί αύξησης 6,5% που είχε προβλεφθεί το 2007. Ωστόσο είναι πολύ πιθανόν, και το μέγεθος αυτό ν’ αναθεωρηθεί, καθώς η μελέτη βασίζεται σε στοιχεία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, προ της αναθεώρησης που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη συρρίκνωση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ κατά 0,2% το 2009.

Ο τζίρος των επιχειρήσεων

Η μελέτη, δεν αναφέρει συγκεκριμένο μέγεθος της ελληνικής αγοράς τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής. Απλά σημειώνει ότι ο τζίρος που πραγματοποίησαν οι περίπου 1.700 επιχειρήσεις του κλάδου, το 2007 ξεπέρασε τα 18,3 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 4,3% σε σχέση με το 2006. Ωστόσο, το μέγεθος αυτό δεν αντανακλά την πραγματική κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών πληροφορικής & τηλεπικοινωνιών, δεδομένων των πολλαπλών τιμολογήσεων του ίδιου αγαθού, μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους συγκεκριμένους κλάδους. Για παράδειγμα, ο αντιπρόσωπος πουλά στον διανομέα, ο οποίος διαθέτει στον μεταπωλητή, στον system integrator κ.ο.κ.

«Οι προοπτικές ανάπτυξης των κλάδων πληροφορικής και επικοινωνιών στην Ελλάδα», αναφέρει η μελέτη, «διαφαίνονται συγκρατημένα θετικές, αλλά ηπιότερες». Οι μελετητές ωστόσο του ΙΟΒΕ σημειώνουν ότι «οι προϋποθέσεις που πρέπει να ευοδωθούν για την επαλήθευση αυτών των προβλέψεων, δεν έχουν διαφοροποιηθεί παρά μόνο σε ό,τι αφορά την ανάγκη των επιχειρήσεων να επανεξετάσουν τις δραστηριότητές τους και τις επιχειρηματικές τους διαδικασίες, ώστε να είναι καλύτερα οχυρωμένες μέσα στο δυσμενές μακροοικονομικό κλίμα».

Τέλος σημειώνουν ότι «ακόμα πιο επιτακτική κρίνεται η περαιτέρω διεύρυνση των επενδύσεων σε ευρυζωνικές υποδομές που θα ενισχύσουν τον πραγματικό ανταγωνισμό στην αγορά των τηλεπικοινωνιών και κατ’ επέκταση στην αγορά πληροφορικής με νέα προϊόντα/υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας».

Προβλέπει 100.000 θέσεις εργασίας το 2013

Σύμφωνα με τη μελέτη του Παρατηρητηρίου για την Κοινωνία της Πληροφορίας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η συμμετοχή του κλάδου των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) στο ΑΕΠ μπορεί να αγγίξει το 3,7% έως το 2013, από 3,3% που υπολογίζεται σήμερα. Παράλληλα, η συνεισφορά του κλάδου στην απασχόληση για το 2013 εκτιμάται ότι μπορεί να ανέλθει στις 100.000 θέσεις εργασίας, από περίπου 70.000 που εκτιμήθηκαν στα μέσα του 2008 -αντιστοιχεί περίπου στο 1,5% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα.

Για να συμβεί αυτή η μεταβολή ωστόσο, σύμφωνα με τους μελετητές, θα πρέπει να ενταθούν οι επενδυτικές δράσεις στα ευρυζωνικά δίκτυα, στην ανάπτυξη ψηφιακού περιεχομένου, στην κατάρτιση του ανθρωπίνου δυναμικού, στον εκσυγχρονισμό του δημοσίου τομέα κ.λπ.

Σε ό,τι αφορά την απασχόληση, μέσα στη διετία 2007-2008 η μελέτη αναφέρει σημαντική αύξηση των απασχολούμενων στον τομέα τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και οριακή αύξησή τους στον τομέα λιανικού εμπορίου, τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Αντίθετα, κάμψη της απασχόλησης παρατηρείται την ίδια περίοδο στους τομείς μεταποίησης ΤΠΕ και υπηρεσιών πληροφορικής.

Σε ό,τι αφορά το λιανικό εμπόριο, η διεύρυνση δραστηριοτήτων από πολλές μεγάλες εγχώριες και ξένες αλυσίδες λιανικής διάθεσης προϊόντων τεχνολογίας συμβάλλει στη διεύρυνση του εμπορίου και της απασχόλησης στον συγκεκριμένο τομέα.


Ιδρυμα Κ. Καραμανλή

Το Internet εισέρχεται πλέον παντού. Ακόμη και τα υλικά μέρη του κόσμου μας, αποκτούν σιγά σιγά «ηλεκτρονική ταυτότητα» και συγχρονίζονται στο Διαδίκτυο. Προς την κατεύθυνση αυτή, η πλέον υποσχόμενη τεχνολογία για την ανάμειξη του φυσικού με τον «ιδεατό (virtual)» κόσμο του Internet είναι η RFID, που ταυτοποιεί ένα αντικείμενο του φυσικού κόσμου στο Διαδίκτυο.

Το Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Καραμανλής» επιβιβάστηκε στο «ρεύμα» αυτό, εφαρμόζοντας την τεχνολογία ταυτοποίησης των αρχείων του μέσω συχνοτήτων (Radio Frequency Idendification ή RFID). Κάθε επιμέρους αντικείμενο του αρχείου (βιβλίο, χειρόγραφο, φωτογραφία κ. λπ.) έχει αποκτήσει ένα μικρό τσιπ, στο μέγεθος του ανθρώπινου νυχιού, ανιχνεύσιμο από ραδιοδέκτες και ραδιοπομπούς, που αναγνωρίζουν ηλεκτρονικά την ταυτότητά του, το περιεχόμενό του και τη θέση του.

Ειδικά το τελευταίο αποτέλεσε την αφορμή για τη δημιουργία της συγκεκριμένης εγκατάστασης. Οι ανάγκες του Ιδρύματος «Κ. Καραμανλής» αρχικά προσανατολίζονταν στην εγκατάσταση ενός αντικλεπτικού συστήματος, με στόχο τη διασφάλιση των πολύτιμων περιεχομένων του αρχείου και της βιβλιοθήκης. Οι δυνατότητες όμως και τα πολλαπλά πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τη χρήση της τεχνολογίας RFID έπεισαν τη διοίκηση του Ιδρύματος ότι επρόκειτο για μία ολοκληρωμένη λύση που θα συντελέσει καθοριστικά στην αναβάθμιση της βιβλιοθήκης και στην απλοποίηση του συνόλου των διαδικασιών που την αφορούν, υπερκαλύπτοντας τα όποια θέματα ασφαλείας.

Οι πρώτες σκέψεις πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 16ου Πανελληνίου Συνεδρίου Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2007 στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Ακολούθησε έρευνα αγοράς και ομάδα επιστημονικών συμβούλων και στελεχών του ΙΚΚ ανέλαβε τη διαδικασία ενδελεχούς αξιολόγησής τους, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στην πρόταση της τεχνολογίας RFID.

Η τεχνολογία RFID, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα συστήματα ταυτοποίησης αντικειμένων (π. χ. bar codes), υποστηρίζει την εγγραφή και επανεγγραφή αλφαριθμητικών δεδομένων που αφορούν στη συλλογή της βιβλιοθήκης του Ιδρύματος, ενώ δεν περιορίζεται στη συμβατική απόδοση των barcodes, τα οποία αντικαθιστά με RFID tags. Υπηρετεί μια διευρυμένη λογική, η οποία περιλαμβάνει περισσότερες πληροφορίες, όπως είναι τα στοιχεία του βιβλίου, η ταυτόχρονη δυνατότητα απογραφής του και ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης του εντός της βιβλιοθήκης.