Στο Πανοπτικόν, τη φυλακή που οραματίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα ο πολιτικός φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ, οι κρατούμενοι είναι εφικτό να επιτηρούνται αδιάκοπα και το ξέρουν, δεν γνωρίζουν όμως πότε αυτό συμβαίνει -είναι σε μόνιμη κατάσταση ορατότητας. Κι εμείς το ίδιο.

Από την εφημερίδα “Ελευθεροτυπία” 25/10
Του Νάιτζελ Σάντμπολτ / Συνέντευξη: Κατερίνα Οικονομάκου
«Οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν οικοδομήσει έναν χώρο που φέρνει έντονα στο νου το Πανοπτικόν», παρατηρεί ο Νάιτζελ Σάντμπολτ, στο πρόσφατο βιβλίο του «The Spy in the Coffee Machine. The End of Privacy As We Know It» (Ο κατάσκοπος στην καφετιέρα. Το τέλος της ιδιωτικότητας όπως την ξέραμε, εκδ. Oneworld). «Δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε τα βουνά», λέει ο ίδιος, αλλά καλό είναι να ξέρουμε πώς μπορούν να αξιοποιηθούν τα ψηφιακά ίχνη που αφήνουμε διαρκώς πίσω μας. «Πρέπει να έχουμε συνείδηση της ψηφιακής μας ύπαρξης, να γνωρίζουμε τα δικαιώματά μας, να μπορούμε να εισάγουμε πληροφορίες, να αποσύρουμε πληροφορίες ή να τις διορθώνουμε αν κάπου υπάρχει λάθος».

Με ποιον τρόπο αλλάζει στις μέρες μας η έννοια της ιδιωτικότητας;

«Στην Αγγλία σήμερα έχουμε τη μεγαλύτερη πυκνότητα από κάμερες κλειστού κυκλώματος στον κόσμο. Στο Λονδίνο κάθε άνθρωπος κινηματογραφείται εκατοντάδες φορές μέσα σε μια μέρα, άρα μιλάμε πια για ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό πληροφοριών, που συγκεντρώνεται για τον καθένα από εμάς, όχι μόνο στο Διαδίκτυο αλλά και σε ψηφιακές κάμερες. Αν και η κατάσταση διαφέρει από χώρα σε χώρα, νομίζω πως πολύ σύντομα θα μας προλάβουν κι όσες έχουν μείνει λίγο πίσω. Στο μεταξύ, όμως, οι πάντες πια κυκλοφορούν συνεχώς με μια κάμερα και υπάρχει αυτή η πολύ ωραία ιδέα που ονομάζεται “sousveillance” -παρακολούθηση από κάτω προς τα πάνω- όπου συγκεντρώνουν πια πληροφορίες και οι πολίτες. Επειτα είναι οι πολίτες-δημοσιογράφοι που συλλαμβάνουν στιγμιότυπα ακόμη και με τα κινητά τους τηλέφωνα και στη συνέχεια τα ανεβάζουν στο Διαδίκτυο.

Ολα αυτά σημαίνουν πως η έννοια της ιδιωτικότητας θα αρχίσει να αλλάζει. Ετσι όπως την αντιλαμβανόμαστε, η ιδιωτικότητα, είναι μάλλον πρόσφατη έννοια. Κατά κάποιον τρόπο επιστρέφουμε στην αντίληψη που υπήρχε για την ιδιωτικότητα στα χωριά, όπου όλοι ήξεραν τις υποθέσεις των άλλων. Και το σημαντικότερο ερώτημα που προκύπτει δεν είναι το αν μπορούμε να φρενάρουμε αυτή την εξέλιξη, αλλά τι είδους νέες κοινωνικές συμβάσεις, τι είδους νέοι νόμοι και ποιες τεχνολογίες θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε μια λογική προσδοκία ιδιωτικότητας. Πρώτα, όμως, πρέπει να συμφωνήσουμε γύρω από το ποια θα ήταν μια λογική προδοκία ιδιωτικότητας. Αυτά είναι κρίσιμα κοινωνικά ερωτήματα».

Να φανταστούμε το web 2.0 σαν το ψηφιακό ανάλογο του δημόσιου χώρου κι έτσι να έχουμε αντίστοιχες προσδοκίες ιδιωτικότητας;

«Με μία έννοια, ναι, βρίσκεσαι σε δημόσιο χώρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα έπρεπε να ανησυχείς ή να διατηρείς κάποια δικαιώματα όσον αφορά την περιφρούρηση της ιδιωτικότητάς σου έως κάποιο βαθμό. Στο web 2.0 έχεις τη δυνατότητα να πάρεις μια σειρά από αποφάσεις -από τη στιγμή που ένα σάιτ παραγωγής περιεχομένου από τους χρήστες είναι εφοδιασμένο με ρυθμίσεις για την προστασία της ιδιωτικότητας, ο χρήστης-παραγωγός μπορεί να προσαρμόσει τις προδιαγραφές ασφαλείας. Σε ένα σάιτ σαν το Facebook, για παράδειγμα, μπορείς να επιλέξεις να προσαρμόσεις τις ρυθμίσεις όπως επιθυμείς. Βέβαια, είναι γνωστό πως οι περισσότεροι άνθρωποι γενικώς αποδέχονται τις έτοιμες ρυθμίσεις του συστήματος, χωρίς απαραιτήτως να συνειδητοποιούν τι είδους πληροφορίες παρέχουν ελεύθερα, είτε σχετικά με το πρόσωπό τους, είτε σχετικά με τους φίλους τους.

Είναι πια γνωστές οι ιστορίες για ανθρώπους που πήγαν σε συνεντεύξεις για να πιάσουν δουλειά και δεν προσλήφθηκαν εξαιτίας κάποιας πληροφορίας ή φωτογραφίας τους που είχε δει σε σάιτ κοινωνικής δικτύωσης ο άνθρωπος που τους έπαιρνε συνέντευξη. Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, λοιπόν, θα μπορούσα να φανταστώ μιαν άτυπη κοινωνική σύμβαση, που θα ορίζει πως πληροφορίες που είναι δημοσιευμένες σε σάιτ κοινωνικής δικτύωσης δεν θα λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια πρόσληψης. Γνωρίζω, μάλιστα, πως μια-δυο εταιρείες ήδη το εφαρμόζουν. Γιατί όχι, άλλωστε; Οι κοινωνικές συμβάσεις προκύπτουν όταν όλοι συμφωνούμε πως αυτό είναι το σωστό – να στεκόμαστε στην ουρά ή να μη φτύνουμε στο δρόμο, για παράδειγμα. Εχουμε έτσι μια σειρά από άτυπους κανόνες που συγκροτούν έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο αστυνόμευσης της συμπεριφοράς».

Οταν γινόμαστε μέλη σε σάιτ κοινωνικής δικτύωσης, είναι λογικό να απαιτούμε να περιφρουρούμε αυστηρά την ιδιωτικότητά μας;

«Οταν συμμετέχουμε σε τέτοια σάιτ οφείλουμε να είμαστε καλά ενημερωμένοι, ώστε να είμαστε σε θέση να αποφασίζουμε υπεύθυνα ποιες πληροφορίες θα επιτρέψουμε να κυκλοφορήσουν ελεύθερα, χωρίς να εκτεθούμε. Τέτοιου είδους αποφάσεις αρχίζουν πλέον να μας απασχολούν σοβαρά, καθώς η τεχνολογία μας διαρκώς διευρύνει και θα εξακολουθεί να διευρύνει τις δυνατότητές μας να καταχωρίζουμε, να δημοσιεύουμε, να συσχετίζουμε και να αποθηκεύουμε πληροροφίες. Ετσι, αν υπάρχουν προσωπικές πληροφορίες που είμαστε σίγουροι πως επιθυμούμε να παραμείνουν μυστικές, είτε δεν θα πρέπει να τις ανεβάζουμε στο διαδίκτυο, είτε θα τις κωδικοποιούμε, είτε θα χρησιμοποιούμε μια τεχνολογία προστασίας της ιδιωτικότητας. Ή θα πρέπει να θεσπίσουμε νόμους ή να συμφωνήσουμε σε κάποιες κοινωνικές συμβάσεις που θα αποτρέπουν τους άλλους από το να χρησιμοποιήσουν αυτές τις σημαντικές για εμάς πληροφορίες».

Μήπως η ανησυχία για την πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα έχει και κάποιες όψεις υπερβολής;

«Το θέμα πάντα, με όλες τις πληροφορίες που καταχωρίζονται στο Διαδίκτυο, είναι πως άλλοτε μπορεί να χρησιμοποιηθούν για καλό σκοπό κι άλλοτε όχι. Νομίζω πως γενικά είμαστε πιο χαλαροί όσον αφορά την αλίευση δεδομένων που σχετίζονται με τις καταναλωτικές μας συνήθειες.

Εξάλλου, ακόμη και τα σούπερ μάρκετ απ’ όπου ψωνίζουμε τακτικά μας παρέχουν εκπτωτικές κάρτες κι έτσι ξέρουν τις προτιμήσεις μας. Το ζήτημα είναι αν έχεις δικαίωμα να γνωρίζεις πώς θα χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες που σε αφορούν και αν μπορείς να πεις πως δεν θέλεις να χρησιμοποιηθούν με συγκεκριμένο τρόπο. Ας δοκιμάσουμε, όμως, ένα άλλο παράδειγμα: τη χρήση προσωπικών δεδομένων που αφορούν την κατάσταση της υγείας σου. Ολα εξαρτώνται από το πλαίσιο χρήσης τους. Μπορεί σε μια περίπτωση να είσαι πολύ πρόθυμη να κάνεις γνωστά τα προσωπικά σου δεδομένα σε κάποιον άλλο άνθρωπο, γιατί αυτό θα σώσει τη ζωή σου, και μπορεί σε μια άλλη περίπτωση να μην πρέπει να γίνουν γνωστές τέτοιου είδους πληροφορίες. Ετσι, ένα από τα πράγματα που εξετάζουμε τεχνολογικά είναι αυτό που ονομάζουμε συστήματα καταλογισμού, ώστε οι πληροφορίες -γενικά, το περιεχόμενο- να συνοδεύονται πάντα από κανόνες, από τους όρους χρήσης τους. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να φανταστούμε ένα μελλοντικό web στο οποίο θα κυκλοφορεί αυτού του τύπου το λογισμικό -ένα λογισμικό που θα εξηγεί τους όρους χρήσης ή μη χρήσης κάποιας πληροφορίας».

Υπάρχει κάποιο δίκιο στο στερεότυπο πως «αν δεν έχεις τίποτε να κρύψεις, δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς»;

«Αυτό προβάλλεται πολύ συχνά σαν επιχείρημα, αλλά δεν στέκει. Ας φέρω ένα παράδειγμα από τον χώρο της Ιατρικής. Εχετε ίσως ακουστά την εταιρεία 23andMe, που αναλαμβάνει να χαρτογραφήσει το γονιδίωμά σου. Και εφόσον θα το έχει αποθηκευμένο, θα είναι όλο και πιο συχνά σε θέση να σε ενημερώνει σχετικά με εξελίξεις που αφορούν ασθένειες για τις οποίες έχει φανεί ότι μπορεί να συνδέονται με τα δικά σου γονίδια ή να σε φέρουν σε επαφή με ανθρώπους που έχουν παρόμοιο γονιδίωμα με σένα. Υπάρχουν εκατομμύρια πράγματα που μπορείς να κάνεις με πληροφορίες τις οποίες παρέχει το γενετικό ίχνος σου. Κάπως έτσι λειτουργεί και το ψηφιακό ίχνος σου. Το ερώτημα με όλα αυτά είναι ποιες νέες ευκαιρίες αναδύονται και ταυτόχρονα τι είδους προστασία για την περιφρούρηση αυτών των ευκαιριών πρέπει να αναπτύξουμε. Δεν νομίζω ότι θα άρεσε σε κάποιον να ζει σε έναν κόσμο όπου το γενετικό ίχνος του θα ήταν στη διάθεση όλων, και όπου δεν θα μπορούσε να κάνει ασφάλεια υγείας γιατί θα είχε ενδεχομένως προδιάθεση να εμφανίσει μια συγκεκριμένη ασθένεια στα πενήντα του».

Πώς σχολιάζετε την άποψη που θέλει την εξέλιξη της τεχνολογίας να καθιστά αναπόφευκτη την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων;

«Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι αποκλειστικά υπόθεση της τεχνολογίας. Προφανώς η τεχνολογία μπορεί να διευκολύνει περισσότερους ανθρώπους να αποκτήσουν πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες, αλλά το πραγματικό ζήτημα στις μέρες μας είναι τι αποφασίζουμε εμείς, ως κοινωνία, πως συνιστά παραβίαση της ιδιωτικότητας. Νομίζω πως υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη ανθρώπινη αίσθηση γύρω από το ποια πράγματα είμαστε διατεθειμένοι να μοιραζόμαστε, ποια θέλουμε να μοιραστούμε με ασφάλεια μόνο με συγκεκριμένους ανθρώπους και ποια είναι εκείνα που θα κρατάμε πάντα για τον εαυτό μας. Και για να κρατήσουμε μια ισορροπία στον κόσμο μας, είναι καιρός να κάνουμε μερικά βήματα: λίγο η εκπαίδευση, λίγο οι κοινωνικές συμβάσεις που πρέπει να καλλιεργήσουμε, λίγο η αξιοποίηση της υφιστάμενης τεχνολογίας και τέλος η προσαρμογή της νομοθεσίας. Σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερα μπορούν να καταγράφονται, να δημοσιοποιούνται και αποθηκεύονται, έχει φτάσει ο καιρός να ανοίξει η συζήτηση για το τι γνωστοποιούμε και τι όχι».

Υπάρχει λόγος να ανησυχούμε πως θα ζήσουμε σε κοινωνίες οργουελικές;

«Οι απόψεις γύρω από το πόσο θα έπρεπε να ανησυχούμε γύρω από τα δικαιώματά μας και σε ποιο βαθμό τα διαφορετικά κράτη είναι περισσότερο ή λιγότερο οργουελικά, διαφέρουν. Εκείνο πάντως που ξέρουμε είναι πως σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ακόμη και τα πιο φιλελεύθερα κράτη μπορεί ξαφνικά να κάνουν πράγματα που μοιάζουν πρωτόγνωρα. Η Σουηδία, για παράδειγμα, έχει βάση δεδομένων DNA. Οταν δημιουργήθηκε, ψηφίστηκε ένας νόμος που όριζε πως οι πληροφορίες που περιείχε δεν θα μπορούσαν ποτέ να χρησιμοποιηθούν για κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς. Οταν δολοφονήθηκε η Σουηδέζα υπουργός Αννα Λιντ, η βάση δεδομένων αξιοποιήθηκε προκειμένου να γίνει διασταύρωση του DNA του υπόπτου. Το ίδιο, όμως, έκαναν και για να αναγνωρίσουν ανθρώπους που είχαν χάσει τη ζωή τους από το τσουνάμι στην Ινδονησία. Πάντα θα υπάρχουν ακραίες καταστάσεις, όπου άσχετα από οποιεσδήποτε δεσμεύσεις έχουν υπάρξει, κάποια ατομικά δικαιώματα θα αναστέλλονται χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Ποτέ μη λες ποτέ, σε αυτό τον κόσμο».

Είμαστε υπεύθυνοι για τα ψηφιακά μας ίχνη

«Είναι απόλυτα λογικό, και πρέπει να είναι, να απαιτείς από την κυβέρνησή σου να παρακολουθεί και να ενδιαφέρεται για το τι συμβαίνει με τα προσωπικά δεδομένα στο Διαδίκτυο, να απαιτείς από τον εργοδότη σου να σκέφτεται τι είδους χρήση θα κάνει, αλλά πρέπει κι εσύ ως χρήστης να αναλαμβάνεις τις ευθύνες που σου αναλογούν. Πρέπει να συνειδητοποιούμε πως αφήνουμε ψηφιακά ίχνη, κάτι που εκτός από θετικές όψεις έχει κι ένα ρίσκο. Πρώτα απ’ όλα, οφείλουμε να σκεφτόμαστε τις συνέπειες που μπορεί να έχει για εμάς, τους φίλους μας ή τους συναδέλφους μας η δημοσιοποίηση στο Διαδίκτυο κάποιων πληροφοριών – να αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, πότε μια πληροφορία δεν αφορά αποκλειστικά εμάς. Τώρα πια έχουμε όλοι υποχρέωση να προβληματιζόμαστε γύρω από τις δυνητικές χρήσεις μιας πληροφορίας ή μιας φωτογραφίας προτού αποφασίσουμε να την ανεβάσουμε στο Διαδίκτυο – δεν είναι πάντα το εξυπνότερο πράγμα του κόσμου. Είναι σαν την υποχρέωση που έχεις να κοιτάς κι από τις δύο πλευρές του δρόμου πριν περάσεις απέναντι».

Θα καταγράφουμε κάθε στιγμή της ζωής μας

«Ολο και περισσότεροι άνθρωποι κυκλοφορούν έχοντας πάντα μαζί τους συσκευές καταγραφής. Στο μεταξύ, το κόστος της τεχνολογίας μνήμης θα γίνεται όλο και μικρότερο κι έτσι σε δέκα χρόνια ο καθένας από εμάς θα είναι σε θέση να έχει μια συσκευή που θα καταγράφει και θα αποθηκεύει κάθε στιγμή της ζωής του την ίδια ώρα που θα τη βιώνει», λέει ο Σάντμπολτ. «Τώρα, τι το κάνεις όλο αυτό το υλικό ή γιατί να αρχίσεις να το συγκεντρώνεις…», αναρωτιέται. «Θα συμβεί, όμως, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Θα είναι ένα νέο είδος κοινωνικής πρακτικής».