Από την εφημερίδα “Η Καθημερινή” 2/09
Του Παναγιωτη Τσανακα*
Τις τελευταίες δεκαετίες, οι ερευνητές των πανεπιστημιακών εργαστηρίων και της βιομηχανίας κατάφεραν να μετατρέψουν τις οπτικές ίνες σε ένα αξιόπιστο μέσο που μπορεί να μεταφέρει δεδομένα σε μεγάλες αποστάσεις, με εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς μετάδοσης (ακόμη και άνω των 1.000 Gbps), με χαμηλό κόστος κατασκευής και με περιορισμένη κατανάλωση ενέργειας.
Με την καθιέρωση του Διαδικτύου, κάθε χρήστης έχει αυτόνομη παρουσία στον κυβερνοχώρο, με ανάγκες άμεσης σύνδεσης που ανεβαίνουν εκθετικά. Παρά το γεγονός ότι τα 300 bps στη δεκαετία του ’80 ήταν «επαρκής» ταχύτητα για τις απαιτήσεις της εποχής, σήμερα αρχίζουμε να δυσφορούμε ακόμη και με ταχύτητες 1.024 Kbps. Αξιόπιστες μελέτες αναφέρουν ότι σε 4-5 χρόνια οι φυσιολογικές απαιτήσεις των οικιακών χρηστών θα ξεπεράσουν τα 100 Mbps, εξαιτίας της ραγδαίας εξάπλωσης του Διαδικτύου και των ηλεκτρονικών συσκευών υψηλής ευκρίνειας.
Οι περισσότερες προηγμένες χώρες του κόσμου επιλέγουν πλέον τα αμιγώς οπτικά δίκτυα πρόσβασης μέχρι το σπίτι (FttH), ξεπερνώντας βραχύβιες λύσεις όπως το VDSL, με το οποίο οι οπτικές ίνες φτάνουν μέχρι τη γειτονιά (σε ειδικές υπαίθριες καμπίνες), η πρόσβαση ωστόσο στα νοικοκυριά εξακολουθεί να γίνεται με χάλκινα καλώδια. Με το μοντέλο του VDSL μπορούν μεν να διπλασιαστούν οι ταχύτητες πρόσβασης (επειδή μειώνεται η διαδρομή του χαλκού), αλλά δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η περαιτέρω αύξηση της ταχύτητας χωρίς επιπλέον σημαντικές επενδύσεις για την πλήρη αντικατάσταση της υποδομής.
Δεδομένων (α) των τεχνολογικών προόδων της οπτικής τεχνολογίας που επέτρεψε τη ραγδαία μείωση του κόστους του οπτικού εξοπλισμού και (β) της εκρηκτικής αύξησης του όγκου των δεδομένων που διακινούνται μέσω του Διαδικτύου, αποκτά σημαντική αξία ο χρόνος ζωής του δικτύου πρόσβασης. Σε αυτό το νέο πλαίσιο οι λύσεις FttH αποκτούν σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς ο ωφέλιμος χρόνος εκμετάλλευσης ξεπερνά τα 25 έτη, με ελάχιστο κόστος συντήρησης.
Η πρόκληση επομένως είναι σαφής. Οι δε τεχνολογικές λύσεις είναι πλέον υπερ-ώριμες. Απομένει σε όσους έχουν την ευθύνη των αποφάσεων να αποδείξουν ότι αξίζουμε να ανεβούμε στην πρώτη κατηγορία της ευρυζωνικής Ευρώπης.
*Καθηγητής Πληροφορικής στο ΕΜΠ – Πρόεδρος του Εθνικού Δικτύου Ερευνας και Τεχνολογίας (ΕΔΕΤ).
