Από την εφημερίδα: “Καθημερινή” – 22/05/2008
Του Βασιλη Νεδου
Παρά τις αμφιβολίες του εισαγγελέα κ. Π. Αθανασίου για την ύπαρξη «πειστηρίων» για τις προμήθειες του συστήματος ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων C4I, προκύπτουν από το Μόναχο στοιχεία τα οποία δείχνουν το αντίθετο. Στη γερμανική δικογραφία περιλαμβάνεται τιμολόγιο μεταξύ της Ζίμενς στο Ντουμπάι και της εταιρείας Φάιμπερλάιτ (Fiberlite LLC) η οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση είχε αναλάβει να παρέχει υπηρεσίες (περιγράφονται ως success fee) από τη στιγμή που θα υπογραφόταν η σύμβαση μεταξύ της γερμανικής εταιρείας και του ελληνικού κράτους.
Ενα από τα ευτράπελα της υπόθεσης είναι το ακρωνύμιο WMPτο οποίο συνοδεύει όλα έγγραφα που αφορούν τη Φάιμπερλάιτ. Στην αρχή όσοι το διάβαζαν θεωρούσαν ότι επρόκειτο για κάποιο κωδικό ή τεχνική λεπτομέρεια. Στο τιμολόγιο φαίνεται ότι στην πραγματικότητα το… πολυθρύλητο στα εισαγγελικά γραφεία WMPδεν είναι άλλο από τα αρχικά της φράσης «Το πιο ισχυρό δίκτυο του κόσμου» (αγγλιστί World’s Most Powerful Network)…
Στο τιμολόγιο με αριθμό 147 SC της Φάιμπερλάιτ (η οποία ανήκε, μέσω ενός Ιρανού στον χειριστή των «μαύρων ταμείων» της Ζίμενς κ. Ράινχαρντ Σίκατσεκ) αναφέρεται ότι η αμοιβή για τις υπηρεσίες της εταιρείας ανέρχονται στο 3,25% «της συμβατικής αξίας των 183 εκατομμυρίων ευρώ». Πρόκειται δηλαδή για 5.947.500 ευρώ εκατ., των οποίων έχει εντοπισθεί ότι τα 3.867.500 μεταβιβάσθηκαν στους λογαριασμούς της εδρεύουσας στο Ντουμπάι εταιρείας. Υπολείπονται ακόμη δύο εκατομμύρια βέβαια, ο προορισμός των οποίων μένει, προς το παρόν, άγνωστος.
Από τη μελέτη των στοιχείων προκύπτει επίσης ότι τουλάχιστον τα 3.867.500 εκατομμύρια ευρώ δεν πληρώθηκαν το 2004, αλλά ένα χρόνο νωρίτερα, στις 28 Αυγούστου 2003. Πρόκειται βέβαια για πρακτική την οποία ακολουθούσαν τα στελέχη της Ζίμενς που εμπλέκονται στην υπόθεση. Ακόμη και οι ξεχωριστές συμφωνίες μεταξύ της Ζίμενς και των εταιρειών Krhoma και Weavind είχαν προχρονολογηθεί. Αυτή η πρακτική «θυμίζει» αρκετά αυτά που έχει ήδη περιγράψει στην απολογία του ο κ. Σίκατσεκ: ότι, δηλαδή, χρησιμοποιούνταν χρήματα από πραγματικά έργα, τα οποία στη συνέχεια λειτουργούσαν ως «πηγές» για τις μίζες. Εν ολίγοις, η Φάιμπερλάιτ εισέπραξε τα χρήματα ένα χρόνο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, προκειμένου να τα προωθήσει την κατάλληλη στιγμή στις εταιρείες που είχαν αναλάβει να δώσουν τις «μίζες» το καλοκαίρι του 2004. Ετσι, χανόταν και η άμεση σύνδεση με τη μητρική Ζίμενς.
Η αρχική σύμβαση
Βέβαια, η τιμολόγηση της αξίας του 3,25% της προμήθειας της Φάιμπερλάιτ δεν υπολογίζεται με βάση την πραγματική αξία της σύμβασης (η οποία αγγίζει τα 86 εκατομμύρια ευρώ) αλλά τα χρήματα τα οποία η Ζίμενς περίμενε να εισπράξει από τις επεκτάσεις του αρχικού συμβολαίου. Στην αρχική σύμβαση μεταξύ Ζίμενς και SAIC περιλαμβάνεται και το ανέκδοτο της υπόθεσης, υπό τον τίτλο «Δώρα και άλλες πληρωμές» όπου αναφέρεται ότι «η ανταλλαγή ή η προσφορά οποιουδήποτε δώρου, αντικειμένου αξίας, προσωπικής υπηρεσίας, ψυχαγωγίας, έκπτωσης ή ασυνήθιστης φιλοξενίας από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία υπερβαίνουν το ισότιμο σε αξία σε ευρώ των 20 δολαρίων ΗΠΑ, με την ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία, κατά τον χρόνο συναλλαγής ή το ισότιμο σε ευρώ των πενήντα δολαρίων ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους, απαγορεύεται». Τη σύμβαση εκείνη είχαν υπογράψει στις 29 Φεβρουαρίου 2002 από την πλευρά της SAIC ο κ. StepheWeiss και από την πλευρά της Ζίμενς ο κ. Διονύσης Δενδρινός, ο οποίος πάντως έχει αρνηθεί ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με τα «μαύρα» ταμεία.
