Πώς γίνεται δυο 55άρες TV να διαφέρουν στην τιμή τους κατά 1.000€; Ποια τηλεόραση είναι ιδανική για την παιχνιδομηχανή σας και ποια τεχνικά χαρακτηριστικά αποτελούν… εμπνεύσεις του marketing; Μπαίνουμε στο «ναρκοπέδιο» των απειράριθμων επιλογών και σας βοηθάμε να επιλέξετε TV!

Kατά καιρούς, στο καταναλωτικό κοινό δόθηκαν αρκετοί λόγοι για να αλλάξει τον τηλεοπτικό του δέκτη. Αρκετά χρόνια πριν, περάσαμε από τις ογκώδεις και αντιαισθητικές CRT στις σαφώς κομψότερες LCD, ακολούθησαν οι απαιτητικές παιχνιδομηχανές και η ζήτηση για Full HD αναλύσεις, ενώ η ψηφιακή τηλεόραση έδωσε ακόμα ένα κίνητρο αγοράς νέας TV. Επειτα, ήρθε η τάση των μεγάλων διαγωνίων, με τις 50άρες τηλεοράσεις να παύουν να είναι απλησίαστες, καθώς και η «μόδα» των smart TV, η οποία κάλυψε την απαίτηση του κόσμου για πρόσβαση σε εναλλακτικά online κανάλια περιεχομένου, όπως το youtube, και μετά υπήρξε μια ηχηρή παύση, μια έλλειψη ουσιαστικού… πειρασμού για να θεωρήσουμε ξεπερασμένη την τηλεόραση του σαλονιού μας.

Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δείχνει να αλλάζει πλέον, καθώς κυρίως χάρη στις νέες, αναβαθμισμένες εκδόσεις των παιχνιδομηχανών Playstation 4 και Xbox, αρχίζουν να αποκτούν υπόσταση και ουσιαστικό αντίκρισμα οι υποσχέσεις των ανανεωμένων προτάσεων των κατασκευαστών τηλεοράσεων. 4K, HDR, Ultra HD Premium, Dolby Vision και μια σειρά από άλλες νεοεισαχθείσες ορολογίες κάνουν την εμφάνισή τους στο προσκήνιο και προκαλούν σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν, αλλά και καταναλωτικές «φαντασιώσεις» σε όσους συνειδητοποιούν πώς αυτές μεταφράζονται στην πράξη. Και αν ανήκετε στην πρώτη κατηγορία καταναλωτών, διαβάζοντας τις σελίδες που ακολουθούν, σίγουρα θα περάσετε στη δεύτερη!

 

Οι αναλύσεις… αναλυτικά

Οσο και αν ακούγεται περίεργο, η ανάλυση μιας τηλεόρασης επιδρά ακόμα και στο πόσο κοντά μπορείτε να καθίσετε απέναντί της. Το γινόμενο των pixels (εικονοστοιχείων) που απεικονίζονται στην οθόνη, αντανακλά τη λεπτομέρεια του πλέγματος, του ψηφιακού «καμβά» δηλαδή, πάνω στον οποίο σχηματίζεται η εικόνα. Η διαδεδομένη πλέον στη συντριπτική πλειονότητα των τηλεοράσεων ανάλυση Full HD, μεταφράζεται σε ένα γινόμενο 1920×1080 pixels, το οποίο εξασφαλίζει εξαιρετικά καθαρή εικόνα σε τηλεοράσεις κάτω των 55 ιντσών. Οταν ωστόσο οι ίντσες αυξάνονται, μεγαλώνει η επιφάνεια της οθόνης και ως εκ τούτου απαιτείται ένα ακόμα πιο λεπτομερές πλέγμα, προκειμένου να διασφαλιστεί η κρυστάλλινη ποιότητα της απεικόνισης. Με δεδομένη την καταναλωτική τάση που θέλει τις διαγώνιους να έχουν ανοδική πορεία, ήταν ζήτημα χρόνου να αρχίσει να καθιερώνεται το επόμενο «σκαλοπάτι» στην ποιότητα των αναλύσεων. Η «μετά-Full HD» εποχή μάς συστήνεται με τον όρο «Ultra HD», μια κατηγορία που καλύπτει δυο διαφορετικές αναλύσεις, το γινόμενο 3840×2160 pixels (γνωστό και ως 4Κ ή 2160p) και το γινόμενο 7680×4320 pixels (γνωστό και ως 8K ή 4320p). Στην αγορά συναντάμε πια αρκετά μοντέλα με 4Κ ανάλυση, με τις τιμές τους να μην είναι… απαγορευτικές για τους καταναλωτές. Πότε όμως πραγματικά επιβάλλεται η 4Κ ανάλυση; Αξίζει να συμπεριληφθεί στη λίστα προτεραιοτήτων σας; Οπως προαναφέραμε, μια σημαντική παράμετρος είναι το μέγεθος της οθόνης. Οσο αυτό αυξάνεται, τόσο πιο επιτακτική είναι η χρήση της μεγαλύτερης δυνατής ανάλυσης, με το κομβικό σημείο μετάβασης από τη Full HD στην 4Κ ποιότητα εικόνας να τοποθετείται πάνω από τις 55 ίντσες. Επιπρόσθετα, αν είστε «εραστές» του gaming και σκοπεύετε να αποκτήσετε μια παιχνιδομηχανή συμβατή με 4Κ περιεχόμενο, όπως το νέο PS4 Pro, τότε μάλλον το εν λόγω χαρακτηριστικό ανεβαίνει κατακόρυφα στην εκτίμησή σας! Τέλος, αν σκοπεύετε να επενδύσετε ένα ποσό σε αγορά τηλεόρασης που θα σας κρατήσει συντροφιά για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, τότε σίγουρα θα το μετανιώσετε, αν δεν καταφύγετε σε 4K ανάλυση.

resolutions

 

LCD, LED, OLED: Σε τι διαφέρουν;

Για να απαντήσει κανείς στο παραπάνω ερώτημα, πρέπει να λάβει υπόψη του τον τρόπο λειτουργίας μιας τηλεόρασης. Εικόνα σημαίνει φως και για το λόγο αυτό στην «καρδιά» κάθε TV υπάρχει μια πηγή φωτός. Αυτή ακριβώς την πηγή αφορά και η κατηγοριοποίηση στις παλαιότερες LCD, στις διάδοχες LCD LED και στις σαφώς ακριβότερες OLED. Ξεκινώντας από τις δυο πρώτες κατηγορίες, η ειδοποιός διαφορά των LCD με τις LCD LED είναι πως ο οπίσθιος φωτισμός στη δεύτερη περίπτωση είναι προφανώς τεχνολογίας LED. Ως άμεση συνέπεια, αυτές οι τηλεοράσεις είναι λιγότερο ενεργοβόρες, καθώς με λιγότερη κατανάλωση ρεύματος μπορούν να παράξουν εντονότερο φωτισμό. Θα προτείναμε, εφόσον το επιτρέπουν τα οικονομικά σας, να ξεκινήσετε την αναζήτηση τηλεόρασης από την κατηγορία των LED, μιας και αυτή των «παραδοσιακών» LCD δίχως τεχνολογία LED τείνει να εκλείψει.

Τώρα, όσον αφορά στις LED TV, τα οικονομικότερα μοντέλα χρησιμοποιούν λωρίδες LED στα άκρα της οθόνης, ενώ τα ακριβότερα καταφεύγουν σε ένα πλήρες «φύλλο» συστοιχιών LED που καλύπτει το σύνολο της επιφάνειας (full back-lit arrays). Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να επιστρατευτούν τεχνικές, όπως το «local dimming», επιτρέποντας μεγαλύτερο έλεγχο του οπίσθιου φωτισμού σε περιοχές που επιθυμούμε μέγιστη αντίθεση (π.χ. βαθύ μαύρο).

Ακολουθεί η κορυφαία κατηγορία των OLED TV, η οποία χρησιμοποιεί τη μέθοδο της οργανικής εκπομπής φωτός. Επομένως, για τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε φως, η τεχνολογία OLED στηρίζεται σε υλικά με βασικό συστατικό τον άνθρακα. Σε αντίθεση με τις τηλεοράσεις LCD που απαιτούν την εγκατάσταση λυχνιών που εκπέμπουν έντονο φως από το πίσω μέρος της συσκευής στους κρυστάλλους της οθόνης, οι OLED δεν χρειάζεται να έχουν ξεχωριστή πηγή φωτός για να λειτουργήσουν, καθώς κάθε pixel φωτίζεται αυτόνομα. Αυτή η εξέλιξη επιτρέπει το σχεδιασμό λεπτών τηλεοράσεων που ζυγίζουν λιγότερο και εξοικονομούν ενέργεια. Παράλληλα, το γεγονός πως κάθε μεμονωμένο pixel μπορεί να «σβήσει» τελείως, οδηγεί στην εμπειρία του απόλυτου μαύρου. Συνοψίζοντας, υπάρχουν δυο μεγάλες κατηγορίες βάσει μεθόδου φωτισμού, οι LCD TV (LED και μη) και οι OLED TV. Δυστυχώς, προς το παρόν, οι τηλεοράσεις της τελευταίας κατηγορίας δεν φημίζονται για τις προσιτές τιμές τους, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για διαγώνιους πολλών ιντσών…

 

Quantum Dot

rgb-color-spacesH τεχνολογία Quantum Dot (QD) βασίζεται σε ημιαγωγούς νανοκρυστάλλων που εξασφαλίζουν καλύτερης ποιότητας οπίσθιο φωτισμό, ώστε να αναπαραχθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια και ζωντάνια τα χρώματα στην οθόνη της τηλεόρασης. Και αν ο όρος Quantum Dot (που στα ελληνικά αντιστοιχεί στο βαρύγδουπο… κβαντική κουκίδα) σας φαντάζει προϊόν ευφυούς marketing, τότε θα χρειαστεί αναγκαστικά να επιστρέψουμε στην κατανόηση του βασικού τρόπου λειτουργίας των LED τηλεοράσεων, προκειμένου να σας πείσουμε για το αντίθετο! Συνοπτικά, οι LCD τηλεοράσεις και κατ’ επέκταση οι LED στηρίζονται στη χρήση μιας πηγής οπίσθιου φωτισμού, η οποία οφείλει να τροφοδοτεί με λευκό φως τα χρωματικά φίλτρα που ακολούθως το διαχωρίζουν στα τρία βασικά χρώματα: κόκκινο, πράσινο, μπλε. Στη συνέχεια, οι υγροί κρύσταλλοι αναλαμβάνουν να συνθέσουν στα pixels τις επιθυμητές αποχρώσεις, χάρη στα αντίστοιχα κόκκινα, πράσινα και μπλε subpixels. Κομβικό ρόλο στην ποιότητα των χρωμάτων, επομένως, διαδραματίζει η ποιότητα και η ένταση της πρωταρχικής πηγής φωτός. Στην περίπτωση των LED τηλεοράσεων, προφανώς η πηγή φωτός είναι τεχνολογίας LED, γεγονός που συνεπάγεται μιας σειράς πλεονεκτημάτων, αλλά και ένα σημαντικότατο πρόβλημα που αναζητούσε λύση. Το LED φως είναι μπλε και όχι λευκό! Μέχρι την QD τεχνολογία, η απάντηση στο συγκεκριμένο πρόβλημα βρίσκονταν στη χρήση μιας επίστρωσης κίτρινου φωσφόρου. Το μπλε χρώμα περνώντας μέσα από το κίτρινο κατέληγε σε λευκό, με αμφιλεγόμενη, ωστόσο, ποιότητα, μιας και η μέθοδος αυτή οδηγεί σε ένα αρκετά ψυχρό και άτονο τελικό χρώμα.

Τα Quantum Dots είναι μικροσκοπικοί νανοκρύσταλλοι που φωσφορίζουν σε διαφορετικά χρώματα, ανάλογα με το μέγεθός τους. Το ευτύχημα είναι πως οι διαστάσεις τους (άρα και το χρώμα του φωτός που εκλύουν) μπορεί να ελεγχθεί με εξαιρετική ακρίβεια. Ετσι, λοιπόν, η λογική της επικάλυψης του μπλε LED φωτός με κίτρινο φώσφορο αντικαθίσταται από τη χρήση ενός φιλμ από Quantum Dots, τα οποία μπορούν να αποδώσουν με ακρίβεια αποχρώσεις του κόκκινου και του πράσινου, προκειμένου να παραχθεί ένα εξαιρετικά ποιοτικό, ομογενές και έντονο λευκό χρώμα, ώστε μετέπειτα να διαχωριστεί δίχως αλλοιώσεις από τα χρωματικά φίλτρα.

Με δεδομένη την καλύτερη «πρώτη ύλη» λευκού φωτός που προσφέρει η Quantum Dot τεχνολογία, προκύπτουν και τα πλεονεκτήματα της νέας γενιάς τηλεοράσεων αυτού του τύπου. Τα χρώματα αποδίδονται με εξαιρετική ζωντάνια, αλλά και αυξημένη φωτεινότητα από τη στιγμή που καταργούνται οι ανάγκες για «αλχημείες» που μειώνουν π.χ. την ένταση του πράσινου χρώματος για να αντισταθμιστεί ο προβληματικός διαχωρισμός του κόκκινου από το… «ιμιτασιόν» λευκό της τεχνικής του κίτρινου φωσφόρου.

Eνα επιπρόσθετο πλεονέκτημα των Quantum Dot σωματιδίων είναι η σταθερότητά τους και η αντοχή τους στο χρόνο, η οποία εξασφαλίζει ένα αναλλοίωτο τελικό αποτέλεσμα όσα χρόνια και αν περάσουν, σε αντίθεση με την ανταγωνιστική OLED τεχνολογία. Ωστόσο, επειδή η πηγή φωτός στην Quantum Dot τεχνολογία παραμένει ενιαία για όλα τα εικονοστοιχεία, δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί εντελώς ένα pixel από το φως και να παραχθεί το απόλυτο μαύρο, όπως στις OLED.

 

Σε ρυθμούς… ανανέωσης

Ο ρυθμός ανανέωσης, γνωστός και ως «refresh rate» μετριέται σε Hertz (Hz) και περιγράφει πόσες φορές ανά δευτερόλεπτο ανανεώνεται η εικόνα που βλέπετε στην οθόνη. Ο παλιός ρυθμός των 60Hz αποδεικνύεται ανεπαρκής, όταν απεικονίζονται γρήγορα κινούμενα αντικείμενα, όπως π.χ. η μπάλα σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Για το λόγο αυτό, στο σύνολο των… αξιοπρεπών τηλεοράσεων πλέον, το refresh rate ανέρχεται στα 120Hz. Κάπου εκεί πρέπει να θέσετε τον πήχυ, εκτός και αν μπορείτε να ανέβετε κατηγορία στα 240Hz (η οποία κατά τη γνώμη μας δύσκολα δικαιολογεί στα μάτια σας τα παραπάνω χρήματα που απαιτεί). Από εκεί και πάνω αρχίζουν τα… marketing tricks, οπότε διαβάστε τα «ψιλά γράμματα» κάθε παραλλαγής του όρου και μην πέσετε σε παγίδες εντυπωσιακών αριθμών. Για παράδειγμα, αριθμοί που συνοδεύονται από όρους, όπως «effective refresh rate» είναι διπλάσιοι του πραγματικού ρυθμού ανανέωσης της συσκευής.

 

Τα «SOS» του gamer

Eνα σύνηθες λάθος που γίνεται είναι η σύγχυση του ρυθμού ανανέωσης με τον χρόνο απόκρισης (response time) και με την καθυστέρηση εισόδου (input lag). Ο χρόνος απόκρισης μετριέται σε millisecond (ms) και αφορά στο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την αλλαγή του φωτισμού ενός pixel από μαύρο σε λευκό (black-to-white ή BtW) ή από γκρι σε άσπρο και πάλι πίσω (gray-to-gray ή GtG). Χαμηλότεροι αριθμοί υποδηλώνουν ταχύτερους χρόνους απόκρισης, άρα και περιορισμό του φαινομένου ειδώλων κατά τη διάρκεια της κίνησης (ghosting). Στην ίδια τηλεόραση πάντα ο χρόνος GtG είναι λιγότερα ms από τον χρόνο BtW, οπότε συχνά οι κατασκευαστές προτιμούν να αναφέρουν τον πρώτο. Από την άλλη, το input lag μετρά το χρόνο που μεσολαβεί από τη στιγμή που η τηλεόραση δέχεται το σήμα της εικόνας από κάποια εξωτερική πηγή μέχρι τη στιγμή που θα το εμφανίσει στην οθόνη. Αυτός ο χρόνος προφανώς μας είναι αδιάφορος όταν παρακολουθούμε παθητικά μια ταινία, αλλά είναι αρκετά σημαντικός στο gaming, καθώς όταν πατάτε το κουμπί του χειριστηρίου σας, απαιτείτε να δείτε την απόκριση του χαρακτήρα σας αποτυπωμένη στην οθόνη το ταχύτερο δυνατό.

Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην ψηφιακή επεξεργασία της εικόνας και σε όλα τα «καλούδια» που εφαρμόζει κάθε τηλεόραση, προκειμένου να βελτιώσει την τελική ποιότητα του προβαλλόμενου αποτελέσματος. Αρκετές τηλεοράσεις, ωστόσο, διαθέτουν «Game Mode», το οποίο απενεργοποιεί την επιπρόσθετη επεξεργασία, ώστε να φτάσει στα μάτια σας το συντομότερο δυνατό το εισερχόμενο σήμα. Δυστυχώς, σχεδόν ποτέ οι κατασκευαστές δεν αναγράφουν το input lag στα τεχνικά χαρακτηριστικά των συσκευών τους (TV, projectors και monitors), οπότε θα χρειαστεί να το «αλιεύσετε» από το διαδίκτυο.

 

Τα στάνταρτ της HDR εποχής

Εδώ και λίγο καιρό, το πρότυπο HDR (high dynamic range) έχει αρχίσει να συζητιέται ευρέως με αφορμή και τις παιχνιδομηχανές που ξεκίνησαν να το υποστηρίζουν. Δεν πρόκειται για κάποια μεμονωμένη τεχνολογία, αλλά για μια σειρά χαρακτηριστικών που εξασφαλίζουν σε μια 4K Ultra HD TV τη δυνατότητα να απεικονίσει περισσότερα χρώματα με αυξημένη αντίθεση και φωτεινότητα. Πρόκειται για έναν… τίτλο τιμής που έχουν οι κορυφαίες τηλεοράσεις της αγοράς, στην προσπάθειά τους να διαφοροποιηθούν από τις πιο