Από την εφημερίδα: “Η Καθημερινή, (The Guardian)”

Η Μεχίνα δεν προλαβαίνει να κάνει μερικά βήματα στους δρόμους του Κιότο και αμέσως αρχίζει να τη συνοδεύει η συνήθης μουσική υπόκρουση του δημόσιου βίου της. Ο ήχος των σανδαλιών της που χτυπάνε το οδόστρωμα με ρυθμό μετρονόμου δίνει χρώμα στο σούρουπο, που πέφτει από την πόλη, ενώ τα φλας των περαστικών αστράφτουν προσπαθώντας να απαθανατίσουν στην καλύτερη δυνατή πόζα μία από τις χαρακτηριστικές τουριστικές ατραξιόν της Ιαπωνίας. Οι φακοί των φωτογραφικών μηχανών σβήνουν μόνο όταν το πανάκριβο πράσινο κιμονό της χαθεί στα σκοτεινά σοκάκια και η γκέισα ανοίξει τη συρόμενη πόρτα του τεϊοποτείου της.

Παλαιότερα, οι τουρίστες έπρεπε να περιμένουν ώρες για μία φευγαλέα ματιά κάποιας μοναχικής γκέισας που πήγαινε στο ραντεβού της. Τελευταία όμως, τις συναντούν όλο και συχνότερα. Υστερα από δεκαετίες παρακμής, οι γυναίκες που κατά παράδοση προσφέρουν ψυχαγωγία στην Ιαπωνία, επιτέλους επιστρέφουν. Φέτος, ο αριθμός των ασκούμενων γκεϊσών, γνωστών και ως μάικο, έφτασε τις 100 στο Κιότο, για πρώτη φορά τα τελευταία 40 χρόνια. Ο αριθμός αυτός, βέβαια, απέχει πολύ από τις 800, που ασκούσαν την τέχνη στην δεκαετία του 1920, όταν η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Ιαπωνίας άκμαζε.

Συμφιλίωση με την παράδοση

Το 1965, υπήρχαν 76 μάικο στην πόλη. Μέχρι το 1978, είχαν μειωθεί στις 28. Εκτοτε, κυμαίνονται σταθερά μεταξύ 50 και 80. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η πρόσφατη αύξηση των νεαρών κοριτσιών που αποφασίζουν να εισέλθουν στον νεφελώδη κόσμο των τεϊοποτείων, της αναπαράστασης και, φυσικά, των ερωτικών παιχνιδιών με πελάτες, καταδεικνύει τη συμφιλίωση της νέας γενιάς των Ιαπώνων με την παράδοση.

«Κάποτε με ρώτησε μία κοπέλα πώς θα ένιωθα ως Αγγλίδα αν η εθνική μου κουλτούρα ενσαρκωνόταν από πόρνες ντυμένες με παραδοσιακά φορέματα», μας λέει η Lesley Downer, συγγραφέας του βιβλίου «Γκέισες: Η Κρυφή Ιστορία Ενός Κόσμου που Χάνεται» (Geisha: the Secret History of a Vanishing World), η οποία έζησε για έξι μήνες με γκέισες όταν το έγραφε. «Οι Ιάπωνες δεν ενδιαφέρονται πλέον όπως παλιά για το τι πιστεύουν για αυτούς οι Δυτικοί. Κάποτε είχαν πάθει ψύχωση με το να φαίνονται αρεστοί στη Δύση. Γι’ αυτόν το λόγο ακριβώς παρήκμασαν και οι γκέισες, θεσμός που μοιάζει παρωχημένος ακόμη για τα δικά τους μέτρα».

Ενας λόγος που οι Ιάπωνες συνεχίζουν να ντρέπονται ελαφρώς για την παράδοση των γκεϊσών είναι ότι πολλοί ξένοι θεωρούν ότι πρόκειται απλώς για ιερόδουλες πολυτελείας. Οι μύθοι για τον τρόπο ζωής τους διαλύονται όμως σταδιακά, λόγω της επίδρασης του διαδικτύου και της ευρύτατης χρήσης του από τις εργαζόμενες στα τεϊοποτεία. Επιπλέον, η – ατυχής κατά τα άλλα – κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Αρθρουρ Γκόλντεν, «Αναμνήσεις μιας Γκέισας» (Αθήνα: Λιβάνης), έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον του κόσμου για τις γκέισες.

Εκσυγχρονισμένες πλέον, οι κυβερνο-γκέισες της εποχής μας εκμεταλλεύονται την τεχνολογία και τις ευκαιρίες που προσφέρει, προκειμένου να προωθήσουν την τέχνη τους. Ξεκλέβουν λίγο από το χρόνο που αφιερώνουν καθημερινά στη μελέτη για να κουτσομπολέψουν ηλεκτρονικά με τις συναδέλφους τους. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι τα πλέον δημοφιλή από τα μπλογκ τους προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες την ημέρα, οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να διαβάσουν τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες της καθημερινής τους ζωής.

Το 24ωρο μιας μάικο

Μια τυπική μαθητευόμενη γκέισα (μάικο) ξυπνάει στις 8.30 το πρωί, τρώει ένα ελαφρύ πρωινό και διαβάζει εφημερίδες, αφού πολλοί πελάτες αρέσκονται να συζητούν την επικαιρότητα. Στη συνέχεια εξασκείται στο παραδοσιακό όργανο «σαμίσεν», στο τραγούδι και το χορό, στην τελετουργία του τσαγιού και την τέχνη της συζήτησης. Μετά το μεσημεριανό με την «μέντορά» της, αρχίζει να ετοιμάζεται για τη νύχτα που έρχεται. Ξεκινά από το μέικ απ, το οποίο διαρκεί σχεδόν μία ώρα. Ακολουθούν τα στρώματα του κιμονό, τα οποία, μαζί με τα στολίδια που βάζει στα μαλλιά της, ζυγίζουν αρκετά κιλά. Τα ραντεβού αρχίζουν στις έξι το απόγευμα, ενώ σπάνια κοιμάται πριν από τις τρεις τα ξημερώματα.