Επιφυλακτική είναι ακόμη η στάση των παροχέων τηλεοπτικού περιεχομένου, ενώ πιό «ζεστοί» είναι οι παροχείς υπηρεσιών Διαδικτύου. Οι τελευταίοι κινούνται προς την κατεύθυνση εκπομπής τηλεοπτικού σήματος από το καλώδιο του Internet.
Γράφει ο Μάκης Ζώτος
Βρισκόμαστε, πλέον και επίσημα στην πιλοτική φάση εφαρμογής της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, η οποία, όπως προβλέπει η σχετική οδηγία της Ε.Ε. θα διαρκέσει ως το 2012, οπότε όλοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί στην Ευρώπη θα πρέπει να εκπέμπουν με ψηφιακό σήμα. Αν και ο ανταγωνισμός που δέχεται η τηλεόραση από το Internet έχει αρχίσει να εντeίνεται, εν τούτοις στην Ελλάδα, ελάχιστοι από τους μεγάλους «παίκτες» της τηλεόρασης δείχνουν να προχωρούν στην αξιοποίηση των σχετικών δυνατοτήτων. Ετσι, όπως αναφέρουν όσοι γνωρίζουν τη συγκεκριμένη αγορά, παρά το γεγονός ότι οι σημερινοί επίγειοι και δορυφορικοί σταθμοί διαθέτουν το σχετικό τηλεοπτικό προϊόν και απολαμβάνουν τα διαφημιστικά έσοδα που απευθύνονται στην τηλεόραση, η προσέγγισή τους σε ό,τι αφορά την ψηφιακή τηλεόραση είναι μάλλον επιφυλακτική.
Και ενώ οι οι παροχείς τηλεοπτικού περιεχομένου, τα κανάλια, τηρούν ακόμη επιφυλακτική στάση οι μελλοντικοί ανταγωνιστές, οι «παίκτες», δηλαδή, της τηλεπικοινωνιακής αγορά φαίνεται να «έχουν πάρει πιό ζεστά το θέμα» αφού παρουσιάζουν μια έντονη κινητικότητα προς τον τομέα παροχής τηλεοπτικών υπηρεσιών. Η Forthnet επεκτάθηκε, όπως είναι γνωστό, στις τηλεοπτικές υπηρεσίες με την απόκτηση της Nova. Ο ΟΤΕ, ο οποίος ετοιμάζεται να μπει και αυτός στην παροχή τηλεοπτικών υπηρεσιών με την τεχνολογία IPTV (τηλεόραση πάνω στο καλώδιο του Internet), ηδη, έχει προχωρήσει στην πιλοτική παροχή της υπηρεσίας. Παρόμοια υπηρεσία, βασισμένη στην τεχνολογία IPTV παρέχει εδώ και αρκετό καιρό η On Telecoms, στην περιοχή της Αττικής, όπως και η Vivodi.
Η επιφυλακτικότητα των τηλεοπτικών σταθμών είναι εύλογη δεδομένου ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αφορούν όχι μόνο στις αβεβαιότητες του απώτερου μέλλοντος – ιδιαίτερα σημαντικές για την ψηφιακή τηλεόραση σε σχέση με τις δυνατότητες που θα προσφέρει στο μέλλον το γρήγορο Internet – αλλά και με την πραγματικότητα της σημερινής τηλεοπτικής αγοράς, στο ξεκίνημα μιας μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης. Σε όλα αυτά λοιπόν θα πρέπει να προστεθεί η «απειλή» του γρήγορου internet, το οποίο κατέχει ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα. Απευθύνεται στο δυναμικότερο και διαφημιστικά πιο ενδιαφέρον τμήμα του καταναλωτικού κοινού και όταν τελικά ξεπεράσει κάποια κρίσιμα όρια θα μπορεί να προσφέρει τελικά μια πολύ ισχυρή πλατφόρμα για διοχέτευση τηλεοπτικού προγράμματος που δεν απαιτεί μεγάλες αρχικές επενδύσεις.
. Μια πρόσφατη εξέλιξη στις ΗΠΑ δείχνει ότι η σύγκλιση τηλεοπτικών υπηρεσιών και Internet είναι αμφιμονοσήμαντη. Αυτό σημαίνει ότι όπως ένας παροχέας υπηρεσιών Διαδικτύου εκμεταλλεύεται το δίκτυό του για μετάδοση τηλεοπτικού περιεχομένου, έτσι και ένας τηλεοπτικός σταθμός, μπορεί να γίνει και παροχέας Διαδικτύου αφού, πλέον, μπορεί μέσα από τη συχνότητα που εκπέμπει να συμπεριλάβει και ψηφιακό σήμα για παροχή ευρυζωνικών υπηρεσιών.
Μάλιστα, παρά την ανησυχία τηλεοπτικών σταθμών για παρεμβολές, μετά από μελέτες οι αρχές των ΗΠΑ αποφάσισαν να επιτρέψουν τη χρήση των αποκαλούμενων «λευκών χώρων» για την παροχή ευρυζωνικών υπηρεσιών. Οι «λευκοί χώροι» είναι περιοχές μη αδειοδοτημένες, «άδειες» δηλαδή από σήμα, που βρίσκονται μέσα στη συχνότητα του τηλεοπτικού φάσματος. Σύμφωνα, μάλιστα με τους ερευνητές της Google, το σήμα αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια σε σχέση με τη σημερινή τεχνολογία Wi Fi και Wi Max. Βέβαια υπάρχει και ο αντίλογος των τηλεοπτικών παραγωγών οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι συσκευές «λευκού χώρου» είναι ανεπαρκείς και έχουν αρκετά ελαττώματα. Καθώς, όμως, η τεχνολογία αυτή βρίσκεται ακόμη «στα σπάργανα» επιδέχεται βελτιώσεις προκειμένου να λειτουργήσει, να συγκριθεί με τις επιδόσεις των άλλων ψηφιακών τεχνολογιών καθώς και να κριθεί αν τελικά αποτελεί μια βιώσιμη λύση για ασύρματο ευρυζωνικό Internet σε περιοχές όπου ο «χαλκός» ή η οπτική ίνα είναι δύσκολο να φθάσουν.
