Αρκετές επενδυτικές τράπεζες υποβάθμισαν τις συστάσεις τους και την αξιολόγησή τους για την Deutsche Telekom (μητρικό όμιλο του ΟΤΕ)

attΥποβάθμιση για την Deutsche Telekom ύστερα από το διαφαινόμενο «ναυάγιο» της προσπάθειάς της να πουλήσει έναντι 39 δισ. δολ. τις δραστηριότητες κινητής τηλεφωνίας της στις ΗΠΑ στην αμερικανική AT&T. Η αμερικανική δικαιοσύνη επιχειρεί να εμποδίσει το deal επικαλούμενη θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού. Καθώς λιγοστεύουν οι προοπτικές για την T-Mobile USA να της επιτραπεί να συγχωνευτεί με οποιοδήποτε σημαντικό ανταγωνιστή της, η αμερικανική θυγατρική της DT δεν έχει άλλη επιλογή από το να πορευτεί μόνη της μεσοπρόθεσμα, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί να πουλήσει φθηνότερα τα προϊόντα της, εξέλιξη που θα πλήξει τα περιθώρια κέρδους της. Η αποτυχία του deal στάθηκε καταλύτης για τη βουτιά της μετοχής της Deutsche Telekom κατά 8% προχθές, ενώ χθες ανέκαμψε.


Έτσι, φαίνεται πως η ενίσχυση στις δαπάνες lobbying δεν έσωσε την AT&T η οποία δεν κατάφερε να «κλείσει» τη συμφωνία. Μία αποτυχία, που οι πολέμιοι της συμφωνίας φτάνουν μέχρι και να την χαρακτηρίσουν ως μία νίκη των αρχών προστασίας του ανταγωνισμού εις βάρος των επιχειρηματικών λόμπι. Στο πλαίσιο των προσπαθειών της για να αποσπάσει την ευλογία των ρυθμιστικών αρχών για τη εξαγορά, η AT&T ενίσχυσε τις δαπάνες lobbying κατά 30%, στα 11,7 εκατ. δολάρια, το α΄ εξάμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γερουσίας. Η αρμόδια επιτροπή της εταιρείας παρείχε φέτος κεφάλαια 805.500 δολαρίων σε ομοσπονδιακούς υποψηφίους, το μεγαλύτερο ποσό από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών Center for Responsive Politics. H ΑΤ&Τ «δεν κατανόησε ποτέ ότι τα γεγονότα ήταν τόσο αρνητικά, που κανένα ποσό με σκοπό την άσκηση πολιτικών πιέσεων δεν θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά», υπογραμμίζει ο πρόεδρος της νομικής εταιρείας Public Knowledge, Γκίγκι Σον.


Την Τετάρτη, η αρμόδια κυβερνητική επιτροπή για τις ομοσπονδιακές επικοινωνίες είχε αναφέρει ότι, η προτεινόμενη συμφωνία, βάσει των στοιχείων που έχει συλλέξει, «εγείρει σοβαρές ανησυχίες». «Ο συνδυασμός δύο εκ των μεγαλύτερων εταιρειών κινητής τηλεφωνίας στις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών για δεκάδες εκατομμύρια καταναλωτές, καθώς και σε περιορισμένες επιλογές αλλά και χαμηλότερης ποιότητας προϊόντα στον κλάδο υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας», είχε αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας Τζέιμς Κόουλ.