Του Γιώργου Σπέντζου
Ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Telekom, Ρενέ Όμπερμαν απαντά σε καυτά ερωτήματα, τα οποία τον έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση, σε συνέντευξη που παρέθεσε σε δημοσιογράφο του περιοδικού Der Spiegel.
Ήταν το γερμανικό περιοδικό “Der Spiegel” που πρώτο έβγαλε στο φως της δημοσιότητας τις μεγάλες αποκαλύψεις σχετικά με το μεγάλο σκάνδαλο κατασκοπίας της Deutsche Telekom. Δημοσιογράφος του περιοδικού Der Spiegel δημοσίευσε μια αποκαλυπτική συνέντευξη με τον σημερινό διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, Ρενέ Όμπερμαν, στην οποία έδωσε απαντήσεις σε ερωτήσεις σχετικές με το σκάνδαλο κατασκοπίας, τις συνέπειες που είχε και συνεχίζει να έχει στους υπαλλήλους και τους πελάτες της Deutsche Telekom και στις προσωπικές και εταιρικές ευθύνες των ανώτερων στελεχών.
Απ’ την αρχή της συνέντευξης ο Όμπερμαν φάνηκε πως βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Η πρώτη ερώτηση σ’ αυτόν είναι: “Κύριε Όμπερμαν χρησιμοποιείτε τα κινητά τηλέφωνα των ανταγωνιστών σας;” Προφανώς τρομαγμένος και λάθος πληροφορημένος λόγω απόστασης, απάντησε: “ Όχι, γιατί θα έπρεπε;”
Ο δημοσιογράφος του “Der Spiegel” σχολίασε πως: “Βασικά, σαν υπάλληλος της Telekom και χρησιμοποιώντας ένα εξωτερικό δίκτυο θα έπρεπε τουλάχιστον να σιγουρευτείτε ότι οι κλήσεις σας είναι εμπιστευτικές, και ότι η εταιρεία σας δεν σας κατασκοπεύει”.
Ο αιφνιδιασμένος ο διευθύνων σύμβουλος είπε: “Δεν υπάρχει κανενός είδους κατασκοπία στην T-Mobile. Γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να διακοπεί ο ανταγωνισμός”.
Ο δημοσιογράφος ανταπάντησε θέτοντας το ακόλουθο ερώτημα: “Τι σας κάνει τόσο σίγουρο πως λεπτομέρειες που σχετίζονται με τις δικές σας κλήσεις δεν έχουν μαγνητοφωνηθεί ή αξιολογηθεί με κάποιο τρόπο; Ήσασταν μέλος του συμβουλίου το 2005, υπό τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο Ούβε Ρίκε. Αυτό γινόταν όταν το συμβούλιο αποφάσισε να λάβει δράση λόγω της ύπαρξης εσωτερικών διαρροών. Έχει γίνει από τότε προφανές ότι τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου, όπως και οι δημοσιογράφοι και πιθανόν ανώτεροι υπάλληλοι, κατασκοπεύονταν”.
Ο Ρ. Όμπερμαν τα παρέβλεψε όλα και υποστήριξε πως δεν ήταν αναμεμιγμένος και ότι δεν ήξερε τίποτα για την έκταση της κατασκοπίας, αλλά συνέβαλε τα μέγιστα με το να βοηθήσει να επιβληθούν νέες δικλείδες ασφάλειας, όπως η κρυπτογράφηση των ηλεκτρονικών ταχυδρομείων (emails).
Επίσης δήλωσε ότι το πρώτο που ήξερε για τη συγκεκαλυμμένη και παράνομη επιτήρηση ήταν τον Αύγουστο του 2007 όταν ένας υπάλληλος της T-Mobile, του έκανε μια αναφορά σχετικά με ένα δημοσιογράφο που είχε πέσει θύμα υποκλοπής απ’ το 2005. Ο Όμπερμαν υποστήριξε ότι μόλις το έμαθε ενημέρωσε τον επικεφαλής δικηγόρο της Deutsche Telekom και τον υπεύθυνο του τμήματος εταιρικού εγκλήματος της εταιρείας και τους ζήτησε να αρχίσουν μια έρευνα.
Ερωτώμενος επανειλημμένα ως προς το γιατί κράτησε την έρευνα μέσα στη Deutsche Telekom και δεν πήγε το θέμα κατευθείαν στην αστυνομία, ο Όμπερμαν είπε:
“Εξετάσαμε τι απαιτούνταν νομικά και τι ήταν απαραίτητο για να προστατεύσω την επιχείρηση από τη ζημιά και συζητήσαμε για το πώς θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε τον έλεγχο της υπόθεσης έτσι ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες συνέπειες. Επειδή δεν ήμασταν υποχρεωμένοι απ’ το νόμο να έρθουμε σε επαφή με το γραφείο του εισαγγελέα, συμφωνήσαμε με το συμβούλιο για το πώς θα χειριζόμασταν το ζήτημα”.
Ο διευθύνων σύμβουλος παρόλα αυτά επέμεινε πως πήρε τη σωστή απόφαση και δήλωσε: “Υπερασπίζομαι τη μέθοδο που υιοθετήθηκε, βασισμένη στη τότε διαθέσιμη πληροφορία. Είναι γεγονός ότι έχουμε κάνει πολλές αλλαγές στον τομέα ασφάλειας από τότε, αλλαγές που δεν θα ήμασταν σε θέση να εφαρμόσουμε τόσο γρήγορα εάν είχε υπάρξει έρευνα από το γραφείο του εισαγγελέα και ταυτόχρονα μια δημόσια αντιπαράθεση”.
Ο δημοσιογράφος στη συνέχεια πρότεινε στον Όμπερμαν ότι θα έπρεπε αμέσως να έχει πει σε όλους ότι τους είχαν κατασκοπεύσει παράνομα, επίσης θα έπρεπε να είχε ζητήσει δημόσια συγγνώμη.
Στην πραγματικότητα η συγγνώμη αν και ήταν -τελικά– στο δρόμο της πραγματοποίησης, παρόλα αυτά δεν έγινε, μέχρι τουλάχιστον το Μάιο μήνα και εννέα μήνες αφότου ήταν γνωστά τα γεγονότα στην κορυφή της Deutsche Telekom. Η λογική του Όμπερμαν για την καθυστέρηση αυτή είναι: “μπορεί να ήταν καλή για τη φήμη μου, όμως θα είχε επιβάλει τεράστια ζημιά στην επιχείρηση και τους υπαλλήλους της. Κάτω από εκείνες τις περιστάσεις, η μέθοδος που υιοθετήσαμε ήταν η σωστή”.
Ο Όμπερμαν αναγνωρίζει ότι το σκάνδαλο κατασκοπίας είχε μια επιβλαβή επίδραση στις σχέσεις με το εργασιακό συμβούλιο της Deutsche Telekom και τα συνδικάτα των οποίων οι επικοινωνίες επίσης παράνομα υπεκλάπησαν.
Ο δημοσιογράφος του Der Spiegel συνέχισε να προκαλεί τον Ρενέ Όμπερμαν και είπε: “ακόμα κι αν έχετε προσπαθήσει να εξετάσετε την υπόθεση εσωτερικά από τον Αύγουστο του 2007, η δεύτερη εκστρατεία κατασκοπίας παρέμεινε απολύτως άγνωστη. Σύμφωνα με τις τρέχουσες πληροφορίες, δεδομένα δεκάδων δημοσιογράφων παρακολουθήθηκαν για πολλούς μήνες. Αυτή η υποκλοπή αποκαλύφθηκε κατόπιν επιστολής της καταγγελίας που στάλθηκε από μια εταιρεία του Βερολίνου που είχε αναλύσει τα στοιχεία”.
Στη συνέχεια μάλιστα τον ρώτησε: “Το γραφείο του εισαγγελέα εξετάζει τώρα τον προηγούμενο πρόεδρο και τον προηγούμενο διευθύνοντα σύμβουλο Κάι-Ούβε Ρίκε, μεταξύ των πιθανών υπόπτων. Επίσης έχει υποστηριχτεί ότι μπορεί να είστε ο πραγματικός εγκέφαλος πίσω από τις παρακολουθήσεις. Πώς απαντάτε σε αυτές τις υποψίες; ”
Όμπερμαν: “Δεν αναμιγνύομαι σε πρόωρες κρίσεις, ένα πρόσωπο θεωρείται αθώο μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου και το σημαντικό σε αυτό το ζήτημα δεν είναι τα συναισθήματά μου, αλλά η ανάγκη να τακτοποιηθεί η υπόθεση”.
Ο διευθύνων σύμβουλος επίσης υποστήριξε ότι δεν μπορεί ακόμα να πει αν το σκάνδαλο θα έχει επιπτώσεις ή όχι στις σχέσεις της Deutsche Telekom με τους πελάτες της, αλλά αναγνωρίζει ότι μερικοί από τους μεγάλους εταιρικούς πελάτες “έχουν υποβάλει ερωτήματα”.
Τελειώνοντας ο Όμπερμαν δήλωσε χαρακτηριστικά: “Έχω την εντύπωση ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο σημαντικό για πολλούς ιδιώτες πελάτες”.
