Από την εφημερίδα “Καθημερινή” – 29/06/2008
Νέο επεισόδιο στο σίριαλ του ΟΤΕ ήρθε να προστεθεί αυτή την εβδομάδα, αναφορικά με το ενδεχόμενο της δημόσιας προσφοράς προς τους μετόχους της μειοψηφίας. Υψηλόβαθμο στέλεχος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σχολίασε, μιλώντας στην «Κ» ότι οι δηλώσεις του κοινοτικού επίτροπου κ. Τσαρλς Μακ Κρίβι για το θέμα του ΟΤΕ, που επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα, είχαν κατ’αρχήν ερμηνευτικό χαρακτήρα. Προχωρώντας, μάλιστα, ένα βήμα παραπέρα ανέφερε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν δεσμεύεται να λάβει καμία απόφαση επί του θέματος. Και κλείνοντας τη συζήτηση, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε και δεν υπάρχει κανένα θέμα υποβολής δημόσιας πρότασης, από την Deutsche Telekom, προς τις μειοψηφίες που αποτελούν το μετοχικό κεφάλαιο του ΟΤΕ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να μπει ένα τέλος στη σχετική «φιλολογία», η οποία αναπτύσσεται εδώ και καιρό.
Ωστόσο, στην προειδοποιητική επιστολή της 6ης Μαΐου, που έφερε στη δημοσιότητα την περασμένη Κυριακή η «Κ» αναφορικά με το ζήτημα του ορίου του 20%, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμφισβητεί τα κριτήρια που θέτει ο νόμος, θεωρώντας μάλιστα ότι ο επενδυτής που θα προκύψει με τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης μπορεί επί της ουσίας να προκαλέσει ζημία σε βάρος των δημοσίων συμφερόντων.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο σχετικό κείμενο ότι «είναι αμφίβολο κατά πόσο τα προτεινόμενα καθεστώτα έγκρισης πληρούν τον όρο της καταλληλότητας, με άλλα λόγια, δηλαδη, εάν για να εγγυηθεί ένα ελάχιστο επίπεδο παροχής υπηρεσιών και να διασφαλισθούν τα δίκτυα και άλλα θεμιτά δημόσια συμφέροντα, μπορεί να αποφέρει οποιουσδήποτε ευεργετικούς καρπούς η στοχοθετημένη λήψη μέτρων που στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας των επίμαχων εταιρειών και κατά ορισμένων αποφάσεων διαχείρισης. Ιδίως, δεν είναι σαφές με ποιο τρόπο η άσκηση ελέγχου επί του υποψήφιου επενδυτή τη στιγμή της διενέργειας της συγκεκριμένης επένδυσης, μπορεί να αποτελέσει εγγύηση ότι ο επενδυτής ευθύς μόλις εγκριθεί η απόκτηση από την πλευρά του, θα ασκήσει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του κατά τρόπον ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να προκληθεί οποιαδήποτε ζημία σε βάρος των δημοσίων συμφερόντων που επιδιώκει να προστατεύσει ο ελληνικός νόμος».
Παράλληλα, η Επιτροπή κρίνει ότι το καθεστώς που καθιερώθηκε πρόσφατα για τις επενδύσεις στην Ελλάδα αντιβαίνει στη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου. Είναι μάλιστα της άποψης ότι το σύστημα εγκρίσεων από τη Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων είναι όχι μόνο ακατάλληλο, αλλά και ότι υπερακοντίζει το μέτρο που είναι αναγκαίο για να διασφαλισθεί ο στόχος που επιδιώκεται από την ελληνική κυβέρνηση. Ποιος είναι αυτός; Να διασφαλισθεί το δημόσιο συμφέρον και να προασπισθεί η ανάγκη για τη συνεχή και απρόσκοπτη παροχή των υπηρεσιών και την εύρυθμη λειτουργία των δικτύων.
Στην προειδοποιητική επιστολή της 6ης Μαΐου, τονίζεται ότι ο όρος της προγενέστερης έγκρισης της διυπουργικής επιτροπής αποκρατικοποιήσεων για την απόκτηση δικαιωμάτων ψήφου σε ποσοστό άνω από 20% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου σε εταιρείες εθνικής στρατηγικής σημασίας, από άλλους μετόχους, εκτός του ελληνικού Δημοσίου, ενδέχεται να αποτρέψει τους πιθανούς επενδυτές από άλλα κράτη – μέλη από το να προβούν σε επενδύσεις στο κεφάλαιο των ελληνικών εταιρειών που αποτελούν αντικείμενο του επίμαχου νόμου. Συνεπώς, όπως αναφέρεται στη σχετική επιστολή, ο περιορισμός μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά φραγμό για τις άμεσες επενδύσεις σε ελληνικές εταιρείες και αποτελεί εμπόδιο για την κίνηση κεφαλαίων και εγκατάσταση μιας επιχείρησης στην Ελλάδα.
