Από την εφημερίδα: “Καθημερινή” – 02/06/2008
Του Β. Μανδραβελη
Δύο είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά της συμφωνίας που παρουσίασε την περασμένη Πέμπτη για τον ΟΤΕ ο υπουργός Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης. Το πρώτο αφορά στο ότι οι δύο μέτοχοι, ελληνικό Δημόσιο και Deutsche Telekom, εγκλωβίζονται σε μια «βαριά» συμφωνία από την οποία, στην υποθετική περίπτωση που δεν ευοδωθεί η συνεργασία, η μόνη διέξοδος είναι ο ένας από τους δύο μετόχους να αποχωρήσει.
Το δεύτερο που προκύπτει είναι ότι ο πλήρης έλεγχος του μάνατζμεντ των θυγατρικών του ΟΤΕ παραδίδεται στους Γερμανούς, όπου οι θέσεις στα διοικητικά συμβούλια ελέγχονται κατά πλειοψηφία από την D.T.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο, η D.T. σε αντίθεση με το Δημόσιο μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αυξήσει τη συμμετοχή της στον ΟΤΕ μέχρι και το 2011. Το Δημόσιο δεν έχει αυτή την επιλογή. Πάντως, με δεδομένο ότι η συμμετοχή του Δημοσίου διατηρείται στα επίπεδα του 25% (συν μία μετοχή) μέχρι το 2011, στην περίπτωση που πάει κάτι στραβά μεταξύ των δύο μετόχων, η μόνη διέξοδος, είναι ένας από τους δύο να αποχωρήσει από τον ΟΤΕ.
Βάσει της συμφωνίας, τον πλήρη έλεγχο του ομίλου ΟΤΕ -εξαιρουμένων των θεμάτων αρνησικυρίας (veto) του Δημοσίου- έχει ο διευθύνων σύμβουλος, ο οποίος ορίζεται από τους Γερμανούς με τη σύμφωνη γνώμη του Δημοσίου. Στην περίπτωση που ο διευθύνων σύμβουλος και ο πρόεδρος ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο, τότε ο ισχυρός άνθρωπος του ΟΤΕ προτείνεται από τη γερμανική εταιρεία.
Η παραμονή του κ. Παναγή Βουρλούμη ως μεταβατικού προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του ΟΤΕ δεν καθορίζεται χρονικά μέσα στη συμφωνία. Εκτιμάται ωστόσο ότι ο κ. Βουρλούμης θα παραμείνει στο πόστο του τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο του 2009, οπότε και συγκαλείται η ετήσια τακτική Γ.Σ. των μετόχων του Οργανισμού.
Οι αναλυτές εκτιμούν με βάση τις προαιρέσεις ισχύος της, η συμφωνία δεν θα ενεργοποιηθεί πριν από τον Οκτώβριο του 2008. Ακόμη και αν η Βουλή εγκρίνει τη συμφωνία στις επόμενες 10-20 ημέρες, θα πρέπει να υπάρξουν οι εγκρίσεις των Αρχών Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Ελλάδος, Γερμανίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Αλβανίας, όπου ο ΟΤΕ έχει δραστηριότητες.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν δείχνει προβληματισμένη με τη συγκεκριμένη συγκέντρωση. Οπως άλλωστε ανέφερε πρόσφατα και η επίτροπος για την Κοινωνία της Πληροφορίας κ. Βίβιαν Ρέντινγκ, η συνεργασία ΟΤΕ και D.T., συνιστά συνηθισμένη διαδικασία εντός της Ε.Ε.
Πάντως, πολλοί είναι εκείνοι που πλέον κάνουν λόγο για επανακρατικοποίηση του ΟΤΕ από το ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, τα veto και οι αρμοδιότητες που αποκτά το Δημόσιο στον ΟΤΕ, δεν τα είχε όταν ήταν μέτοχος πλειοψηφίας (ή τουλάχιστον ο μοναδικός σημαντικός μέτοχος). «Θα πρέπει να γίνουν πολλές υποχωρήσεις και οι δύο πλευρές να δείξουν πολύ καλή θέληση, προκειμένου να καταστεί λειτουργική η συμφωνία που ανακοινώθηκε», παρατηρούσε παράγοντας της αγοράς. Ο ίδιος δικαιολόγησε τις «βαριές ασφαλιστικές δικλίδες» υπέρ του Δημοσίου, λόγω του πολιτικού κόστους που αντιμετώπιζε η κυβέρνηση.
Γιατί πιέζεται η μετοχή
H τιμή της μετοχής του ΟΤΕ πιέζεται όχι μόνον επειδή οι δύο βασικοί μέτοχοί του αγνόησαν τις μειοψηφίες -και σαν συνέπεια οι τελευταίες τούς τιμωρούν- αλλά επιπλέον επειδή η συμφωνία είναι ολοκληρωτικά βλαπτική για την ψυχολογία του επενδυτή.
Στην πραγματικότητα η συμφωνία βάζει στον «πάγο» οποιαδήποτε προοπτική υψηλού κέρδους για τρία χρόνια. Αν ο υπουργός Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης τηρήσει την υπόσχεσή του και δεν υπάρξει άλλη μεταβίβαση μετοχών ΟΤΕ στην D.T., τότε το 50% συν δύο μετοχών, που θα ελέγχουν το ελληνικό Δημόσιο και η Deutsche Telekom, «κλειδώνεται», και οι λοιποί μέτοχοι, στο μόνο που μπορούν να ελπίζουν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, είναι μια υψηλή μερισματική απόδοση της επένδυσής τους.
Με άλλα λόγια, χωρίς την προοπτική ουσιαστικών μετοχικών ανακατατάξεων, οι μέτοχοι μειοψηφίας έχοντας δεσμευμένα περίπου 4,5 δισ. ευρώ αναμένουν στην καλύτερη των περιπτώσεων μια ετήσια απόδοση της τάξης του 5% έως 7%.
Ωστόσο δεν είναι μόνον αυτό. Η συμφωνία η ίδια δημιουργεί κίνητρα στην D.T., η οποία θα ελέγχει το management του ΟΤΕ, η μετοχή να καθηλωθεί σε χαμηλά επίπεδα. Και αυτό γιατί η δεύτερη προαιρετική μεταβίβαση μετοχών (put optioγια το 10%) εξαρτάται από τη χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής του ΟΤΕ και εύλογα το γερμανικό management έχει κάθε λόγο να επιδιώξει την καθήλωση της τιμής της μετοχής – ή τουλάχιστον να μην την εκτοξεύσει.
Η παραδοχή δε ότι η τιμή της μετοχής του ΟΤΕ δεν έχει προοπτικές, αντικατοπτρίζεται και στο γεγονός ότι, η τιμή του πρώτου put optio(5%) του Δημοσίου έχει κλειδώσει στα 27,5 ευρώ, παρά τις δηλώσεις του κ. Αλογοσκούφη για τίμημα «τουλάχιστον 27,5 ευρώ». Αυτό σημαίνει πλήρης παραδοχή ότι η τιμή της μετοχής δεν μπορεί να ανέβει υψηλότερα.
Με όλα τα παραπάνω, δεν αποτελεί υπερβολή την τοποθέτηση της MorgaStanley, ότι τα 4,5 δισ. ευρώ που έχουν επενδύσει οι μειοψηφίες στον ΟΤΕ, σήμερα αποτελούν «πεθαμένα λεφτά».
