Σύμφωνα με το ICTplus ασκήθηκε ποινική δίωξη στην Cosmote, γιατί δεν ικανοποίησε αίτημα της αστυνομικής αρχής για άρση απορρήτου επικοινωνιών. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι το αίτημα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας, κάνοντας λόγο για νομικό αδιέξοδο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα που υποβλήθηκε στην Cosmote αφορά στα πλημμελήματα της απειλής, εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμησης, που σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνονται στα αδικήματα που αναγράφει ο νόμος. Επίσης πρόκειται για αίτημα αστυνομικής αρχής που δεν συνοδεύεται από Εισαγγελική Διάταξη ή Βούλευμα.
Νομικό αδιέξοδο
Πρόσφατη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Γ. Σανιδά, (αρ. 9/2009), αμφισβήτησε τη νομιμότητα του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, κρίνοντας τις διατάξεις του Π.Δ. 47/2005 ως «ανίσχυρες, αντισυνταγματικές και εκδοθείσες καθ’ υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης», χωρίς ωστόσο να παράγει δίκαιο και να δεσμεύει τους παρόχους κινητής τηλεφωνίας. Μάλιστα, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών έχει ζητήσει από την Cosmote να εφαρμόσει την κείμενη νομοθεσία και για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η Cosmote βρίσκεται μπροστά σε ένα νομικό αδιέξοδο όπου, ό,τι και να κάνει, θα κατηγορηθεί ότι παρανομεί, βρισκόμενη στο μέσο μιας νομικής διαμάχης μεταξύ αρχών και εξουσιών.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Cosmote, η εταιρεία τηρεί με απόλυτο σεβασμό και αυστηρότητα τη νομοθεσία αναγνωρίζοντας τόσο τη σπουδαιότητα της διαφύλαξης του απορρήτου και της ασφάλειας της επικοινωνίας όλων των συνδρομητών της, όσο και την υποχρέωσή της να συνεισφέρει στη μείωση της εγκληματικότητας. Οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας με επιστολή τους στους Υπουργούς Δικαιοσύνης, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών & Επικοινωνιών ζήτησαν την άμεση διευθέτηση και επίλυση του θέματος, ώστε να μην κινδυνεύουν να βρεθούν κατηγορούμενες και διωκόμενες λόγω των διαφορετικών απόψεων των αρμόδιων Αρχών και εξουσιών.
Σε ότι αφορά την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών σημειώνονται τα εξής:
Βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας (Ν.2225/1994 και το Π.Δ. 47/2005) οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι υποχρεούνται να άρουν το απόρρητο των επικοινωνιών των συνδρομητών τους μόνο για συγκεκριμένα αδικήματα και με συγκεκριμένη διαδικασία που ορίζει ο νόμος, ο οποίος προσδιορίζει με ακρίβεια και ποια στοιχεία της επικοινωνίας εντάσσονται στην έννοια του απορρήτου. Ο νόμος εφαρμόστηκε για σειρά ετών από όλες τις αρχές και τους παρόχους, ενώ η εφαρμογή του εποπτεύεται και διασφαλίζεται και από την ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Πρόσφατη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γ Σανιδά (αρ. Γνωμοδότησης 9/2009), αμφισβήτησε τη νομιμότητα του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου κρίνοντας τις διατάξεις του Π.Δ. 47/2005 ως ανίσχυρες αντισυνταγματικές και εκδοθείσες καθ’ υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Η γνωμοδότηση δεν παράγει δίκαιο και δεν δεσμεύει τους παρόχους.
Την ίδια στιγμή αντίθετη παραμένει η Αρχή Προστασίας του Απορρήτου των Επικοινωνιών, η οποία έχει ζητήσει επίσημα από τους παρόχους να τηρήσουν την κείμενη νομοθεσία διαφορετικά θα υπάρξουν κυρώσεις για τις εταιρείες. Παρά ταύτα τις τελευταίες ημέρες αστυνομική αρχή επικαλούμενη την ως άνω γνωμοδότηση ζήτησε την άρση του απορρήτου για τα αδικήματα των άρθρων 333, 361 και 363 Π.Κ. (απειλή, εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση), χωρίς να τηρούνται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Επιπλέον το αίτημα συνοδεύτηκε και από απειλή εισαγγελικής αρχής για δίωξη, απείθεια και υπόθαλψη εγκληματία σε περίπτωση μη εκτέλεσης του αιτήματος της αστυνομικής αρχής! Ήδη η ως άνω απειλή πραγματοποιήθηκε σε βάρος 2 τουλάχιστον εταιρειών.
Σε αυτό το περιβάλλον και τις διχογνωμίες, οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας έχοντας αποδείξει έμπρακτα την τήρηση του συντάγματος και των νόμων μετά και την σχετική ενημέρωση των αρμόδιων Υπουργών αναμένουν την οριστικοποίηση του θέματος, ώστε να μην διώκονται είτε εκτελέσουν είτε δεν εκτελέσουν αιτήματα άρσης του απορρήτου.
