Εκτιμά οτι ζημιώθηκε το ταμείο αυτασφάλειας των εργαζομένων της Εθνικής Τράπεζας από την DT
Γράφει η Μάρω Τσαντήλα
Aγωγή κατά παντός υπευθύνου για απώλειες άνω των 2 εκ ευρώ σκοπεύει να καταθέσει το Ταμείο Αυτασφάλειας των εργαζομένων της Εθνικής τράπεζας το οποίο έχει στην κατοχή του 145.000 μετοχές του ΟΤΕ και εκτιμά ότι ζημιώθηκε το ποσό των 2 εκατομμυρίων ευρώ εξαιτίας της «παράλειψης» της Deutsche Telecom να προβεί σε δημόσια προσφορά για εξαγορά μετοχών του ΟΤΕ από τους μετόχους μειοψηφίας στην τιμή των 29 ευρω που συμφώνησε το ελληνικό δημόσιο.
Σύμφωνα με την πρόταση που κατέθεσε προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου Αυτασφάλισης ο αντιπρόεδρος του Ταμείου και πρόεδρος του συλλόγου υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας (ΣΥΕΤΕ) κ. Γιώργος Γιανακόπουλος, η αξία των μετοχών το ΟΤΕ που κατέχει το ταμείο σήμερα κινείται στην περιοχή των 14 ευρώ ανά μετοχή, όταν η γερμανική εταιρία κατέβαλε 29 ευρώ ανά μετοχή για την απόκτηση του κρίσιμου ποσοστού περίπου 4% από το ελληνικό δημόσιο προκειμένου να ελέγξει το μάνατζμεντ του ΟΤΕ. Αντίστοιχο ποσό, σημειώνεται, είχε διαθέσει η Deutsche Telecom και για την εξαγορά ποσοστού 20% του ΟΤΕ από την εταιρεία MIG. Ωστόσο αναφέρει το Ταμείο Αυτασφάλειας η DT παρέλειψε να καταθέσει δημόσια πρόταση αγοράς μετοχών, όπως είναι υποχρεωμένη από Κοινοτική οδηγία και το εθνικό δίκαιο, για τους λοιπούς μετόχους, με αποτέλεσμα σήμερα το Ταμείο Αυτασφάλειας να χάνει άνω των 2 εκ. ευρώ.
Το Ταμείο Αυτοασφάλειας των εργαζόμενων της Εθνικής Τράπεζας σημειώνει ότι με την αγωγή που αποφάσισε να καταθέσει το Διοικητικό Συμβούλιο κατά της Deutsche Telecom διασφαλίζονται τα δικαιώματα των χιλιάδων ασφαλισμένων του.
«Δεν μπορεί όταν κάποιοι πούλησαν 29 ευρώ ανά μετοχή, τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων και οι υπόλοιποι μικρομέτοχοι να μην έχουν την ίδια αντιμετώπιση» ανέφερε χαρακτηριστικά ο και αντιπρόεδρος του Ταμείου Αυτασφάλειας Γιώργος Γιαννακόπουλος ο οποίος εξήγησε ότι το Ταμείο θα διεκδικήσει δικαστικά να ισχύσουν οι κοινοτικοί κανόνες και το εθνικό δίκαιο στην περίπτωση του ΟΤΕ.
Μάλιστα ο ίδιος κάλεσε τα ασφαλιστικά ταμεία που κατέχουν μετοχές του ΟΤΕ να προχωρήσουν επίσης σε νομικές ενέργειες για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των Ασφαλιστικών Οργανισμών που εκπροσωπούν γιατί, όπως ανέφερε, διαφορετικά είναι ορατός ο κίνδυνος να κατηγορηθούν για απιστία. Επιπλέον το Ταμείο Αυτασφάλειας σημειώνει ότι κάθε μέτοχος του ΟΤΕ νομιμοποιείται να εγείρει αντίστοιχες αξιώσεις.
Να σημειώσουμε επίσης ότι το σκεπτικό στο οποίο βασίζει το Ταμείο Αυτασφάλειας το αίτημά του είναι ότι ελληνικό δημόσιο και η Deutsche Telecom ενήργησαν σε συνεννόηση για τον έλεγχο του ΟΤΕ μια κίνηση που σαφώς εμπίπτει στην νομοθεσία που ορίζει ότι είναι υποχρεωτική η υποβολή δημόσιας πρότασης, προκειμένου οι μέτοχοι του ΟΤΕ να μην καταγράψουν ζημιά η οποία ισούται με τον αριθμό των μετοχών που κατέχουν επί τη διαφορά της τιμής μετοχής που κατέβαλε η DT στο Ελληνικό Δημόσιο από την τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής την ίδια ημέρα στο Χρηματιστήριο. Σύμφωνα με το ταμείο των εργαζομένων της Εθνικής Τράπεζας δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι η DT δεν υποχρεούται στην υποβολή δημόσιας προσφοράς με το επιχείρημα ότι ο ΟΤΕ είναι στις υπό αποκρατικοποίηση επιχειρήσεις γιατί, ήδη από το 2001, η πλειοψηφία των μετοχών του ΟΤΕ δεν ανήκει στο Δημόσιο, ενώ επίσης δεν ευσταθεί και το επιχείρημα ότι η γερμανική εταιρεία δεν απέκτησε τον έλεγχο του ΟΤΕ.
Στο σημείο αυτό όμως θα πρέπει να αναφέρουμε ότι προ ημερών η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με το σκεπτικό ότι «εφαρμόζεται διαδικασία αποκρατικοποίησης, η οποία εξαιρείται από την σχετική υποχρέωση του νόμου 3461/2006» έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση υποβολής υποχρεωτικής δημόσιας πρότασης από την Deutsche Telekom προς τους μετόχους του ΟΤΕ.
Η υπόθεση τώρα είναι πιθανόν πλέον να κριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εφόσον υπάρξουν σχετικές προσφυγές, καθώς σύμφωνα με τον Επίτροπο, αρμόδιο για θέματα αγοράς, κ. Τσάρλς ΜακΚρίβι, «η Επιτροπή είναι αρμόδια να κινήσει κατάλληλες διαδικασίες κατά της Ελλάδας σε περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή μη τήρησης των διατάξεων της οδηγίας 2004/25». Η συγκεκριμένη οδηγία αφορά την προστασία των δικαιωμάτων των μειοψηφούντων μετόχων, προβλέπει ότι «πρόσωπα που ενεργούν σε συνεννόηση με σκοπό την απόκτηση του ελέγχουν της υπό εξαγοράς εταιρείας» είναι υποχρεωμένα να υποβάλουν δημόσια προσφορά εξαγοράς.
