Περίπου 57.000 δολάρια ετησίως θα κληθεί να καταβάλει μια οικογένεια με δύο ανήλικα παιδιά για να παρακολουθήσουν τα πρότυπα προγράμματα στα κέντρα της εταιρείας που κυριαρχεί στο Διαδίκτυο.
Από την εφημερίδα: “Ημερησία”
Του Γιώργου Παυλόπουλου
Η Google, ο κυρίαρχος του Διαδικτύου, έχει τη φήμη ενός «επίγειου παραδείσου», όπου θα ήθελε να βρεθεί κάθε εργαζόμενος -εικόνα που ενισχύεται από τις έρευνες του περιοδικού Fortune το οποίο, εδώ και δύο χρόνια, την κατατάσσει στην κορυφή της παγκόσμιας λίστας της «Καλύτερης Εταιρείας στην οποία μπορεί κανείς να εργαστεί».
Από αυτή την άποψη, οι 20.000 περίπου άνθρωποι που εργάζονται σήμερα για λογαριασμό της σε όλο τον κόσμο, θεωρούνται οι πιο τυχεροί -αν και αρκετοί από αυτούς δεν φαίνεται να συμφωνούν απολύτως.
Τις τελευταίες εβδομάδες, μία εσωτερική διαμάχη έρχεται να ρίξει τη σκιά του πάνω στον μύθο που περιβάλλει την Google. Πρόκειται για την πρόθεση της διοίκησης του ομίλου να επιβάλλει μεγάλες αυξήσεις, που φτάνουν έως και το 100%, στις τιμές που αφορούν στα Κέντρα Μέριμνας Ανηλίκων.
Εκεί, εκατοντάδες εργαζόμενοι εμπιστεύονται τη φύλαξη των προσχολικής ηλικίας παιδιών τους, ελπίζοντας παράλληλα να τα μυήσουν από μικρά στην πολυδιαφημισμένη κουλτούρα της Google, αλλά και να τους παρέχουν τα πρώτα εφόδια για τη ζωή, με την εγγύηση ποιότητας που μπορεί να προσφέρει μία από τις επιχειρήσεις-μοντέλα της νέας εποχής.
Η μετοχή
Σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, όμως, όλα αυτά φαίνεται πως τίθενται υπό αναθεώρηση. Ειδικά δε όταν η τιμή της μετοχής ενός ομίλου είναι έντονα πτωτική, όπως συμβαίνει με την Google, η μετοχή της οποίας έχασε το 44% της αξίας της μέσα σε πέντε μήνες: από τα 744 δολάρια τον Νοέμβριο κατρακύλησε στα 412 τον Απρίλιο, για να ανακάμψει κάπως πρόσφατα, κλείνοντας στα 537 δολάρια στη συνεδρίαση της Πέμπτης.
Επισήμως, βεβαίως, η διεύθυνση του ομίλου δεν συνδέει άμεσα την αύξηση των διδάκτρων με την πορεία της μετοχής.
Ωστόσο, οι εργαζόμενοι και τα ΜΜΕ -όπως οι New York Times, που αφιέρωσαν μεγάλο ρεπορτάζ στο συγκεκριμένο θέμα στο φύλλο του Σαββάτου- εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια της προσπάθειας να περιοριστεί το κόστος, καθώς προβλέπεται ότι έρχονται ακόμη πιο δύσκολες μέρες.
Η αύξηση
Η λύση που βρήκαν, λοιπόν, οι ιθύνοντες στο συγκεκριμένο θέμα ήταν απλή: Από τα 1.425 δολάρια που πλήρωνε μηνιαίως κάθε γονιός για να στέλνει το παιδί του στα κέντρα μέριμνας, θα υποχρεωθεί πλέον να καταβάλλει περίπου 2.500 δολάρια, ποσό πολύ πάνω από τον ανταγωνισμό στην αγορά.
Έτσι, σύμφωνα με έναν απλό υπολογισμό, το ετήσιο κόστος για μια οικογένεια με δύο ανήλικα παιδιά θα αυξηθεί στα 57.000 δολάρια τον χρόνο, έναντι 33.000 μέχρι σήμερα!
Η ίδια η επιχείρηση αμφισβητεί τα νούμερα αυτά, λέγοντας ότι το κόστος θα διαμορφωθεί μετά την αύξηση «μόνο» στα 1.700 δολάρια τον μήνα.
Παράλληλα, υπό το βάρος των αντιδράσεων, δέχθηκε οι αυξήσεις να επιβληθούν κλιμακωτά. Αρνήθηκε όμως να τις άρει, με βασικό επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν 500 αιτήσεις εργαζομένων σε αναμονή για ένταξη των παιδιών τους στα κέντρα μέριμνας -προτάσσοντας και σε αυτό το θέμα την αρχή της προσφοράς και ζήτησης.
Μη αποδέκτες
Παρά το γεγονός, όμως, ότι οι εργαζόμενοι της Google θεωρούνται καλά αμειβόμενοι (ανάμεσά τους, άλλωστε, υπάρχουν και πολλοί εκατομμυριούχοι), οι περισσότεροι θεωρούν μη αποδεκτές τις αυξήσεις.
Μάλιστα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των Times, πολλοί ξέσπασαν σε λυγμούς στη διάρκεια των κύκλων συζήτησης που έχουν καθιερωθεί και διεξάγονται σε τακτά χρονικά διαστήματα στους κόλπους της εταιρείας, έτσι ώστε να υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στη διοίκηση και τους εργαζομένους.
Εις μάτην, όπως αποδείχθηκε, καθώς βρέθηκαν αντιμέτωποι με την επίθεση ενός εκ των συνιδρυτών της Google, του Σέρτζεϊ Μπριν, ο οποίος τους κατηγόρησε ως «κολλημένους» με τα προνόμια που προσφέρει η εταιρεία. Τελικά, ακόμη και οι προνομιούχοι κλαίνε στις μέρες μας…
Η κρίση γεννά προβλήματα
Τα προβλήματα που συνεπάγεται και για την Google η διεθνής οικονομική κρίση φαίνεται ότι φέρνουν στην επιφάνεια και άλλες «γκρίζες ζώνες» του ομίλου.
Όπως έγραψαν οι New York Times, «ανακαλύπτοντας ότι η Google δεν είναι, στην πραγματικότητα, η γη της επαγγελίας, αρκετοί υπάλληλοί της την εγκατέλειψαν πρόσφατα, για να πάνε σε άλλες πολλά υποσχόμενες επιχειρήσεις – όπως η Facebook ή ακόμη και η Microsoft.
«Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανόητης πολιτικής, έλλειψης παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας, καθώς και πολλών άλλων μη αποδεκτών φαινομένων», έγραψε πρόσφατα στο blog του ένας εργαζόμενος που επέστρεψε στην εταιρεία του Μπιλ Γκέιτς.
