Από την εφημερίδα “Έθνος”

Των Κ. Νάνου και Βίβιαν Μπενέκου

Τα κέρδη που προκύπτουν από την υπεραξία των μετοχών επιστρέφονται στους Γερμανούς «E» 7/6

Διαστάσεις παρωδίας προσλαμβάνει η συμφωνία με τους Γερμανούς της Deutsche Telekom για τον ΟΤΕ, καθώς το υπερτίμημα που θα εισπράξει η κυβέρνηση από την πώληση του 3% για την εκχώρηση του πολύτιμου μάνατζμεντ θα αναγκαστεί σύντομα να το επιστρέψει και πάλι στα «ταμεία» της D.T. για την αποπληρωμή συσσωρευμένων χρεών του ελληνικού Δημοσίου έναντι του Οργανισμού.

Η ρήση «δώρο-άδωρον» μοιάζει να περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια το περιεχόμενο της οικονομικής συμφωνίας που επετεύχθη μεταξύ κυβέρνησης και Deutsche Telekom, αφού από τα 150 εκ. ευρώ που θα εισπράξει η ελληνική πλευρά ως υπεραξία (η διαφορά της χρηματιστηριακής αξίας από την τιμή πώλησης του 3%), περισσότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ θα χρειαστεί να τα επιστρέψει, κάποια στιγμή στο μέλλον, ως οφειλές του ίδιου του ελληνικού Δημοσίου προς τον ΟΤΕ.

Πρόκειται για συσσωρευμένα χρέη πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, σχολείων, υπουργείων και πληθώρας εποπτευόμενων δημόσιων φορέων και οργανισμών προς τον ΟΤΕ, που σύμφωνα με διασταυρωμένες πηγές της «Οικονομίας» υπερβαίνουν το ποσό των 100 εκ. ευρώ.

Πέραν, δηλαδή, από τις θολές διατυπώσεις στο κείμενο της σύμβασης, που ουσιαστικά περιγράφουν πως ο ΟΤΕ θα καταστεί περιουσιακό στοιχείο του γερμανικού Δημοσίου, το οικονομικό όφελος για το ελληνικό Δημόσιο από αυτή καθεαυτή τη συμφωνία πώλησης είναι ουσιαστικά μηδενικό.

Το «φέσι» των ΑΕΙ

Στελέχη του Οργανισμού σχολιάζοντας την πληροφορία για τα χρέη του Δημοσίου έναντι του ΟΤΕ, θεωρούν βέβαιο πως από τη στιγμή που οι Γερμανοί αναλάβουν τα ηνία στα κέντρα λήψης των αποφάσεων του Οργανισμού, αργά ή γρήγορα θα διεκδικήσουν τα ποσά αυτά για την αποπληρωμή των χρεών του Δημοσίου.

Αμεση και κατά προτεραιότητα εξόφληση των λογαριασμών των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων προς τον ΟΤΕ ζητεί με επείγον έγγραφό του το υπουργείο Παιδείας.

Τα τηλεφωνικά χρέη των Ιδρυμάτων ξεπερνούν τα 36 εκατ. ευρώ, ποσό που πρέπει να εξοφληθεί τάχιστα, για να παραμείνουν ανοιχτές οι γραμμές τους! Μιλούσαν χωρίς να πληρώνουν τα 14 από τα 22 ΑΕΙ, τα 15 ΤΕΙ και η Σιβιτανίδειος Σχολή.

Μετά το «deal» του ΟΤΕ, με τη γερμανική Deutsche Telekom, τα λουριά για τα πανεπιστήμια και τα τεχνολογικά ιδρύματα άρχισαν να σφίγγουν επικίνδυνα και λίγο πριν από την εγκατάσταση των νέων εταίρων στον Οργανισμό, τα χρέη είναι απαραίτητο να μηδενιστούν. Τουλάχιστον αυτό επιτάσσει το σχετικό έγγραφο του υπ. Παιδείας, που έχει στη διάθεσή του το «Εθνος της Κυριακής».

Πρώτο σε χρέη στον ΟΤΕ έρχεται το Πανεπιστήμιο Αιγαίου με περίπου 3 εκ. ευρώ ανεξόφλητους λογαριασμούς, ακολουθεί το Πανεπιστήμιο Κρήτης με 1,4 εκ. ευρώ και το Θεσσαλίας με 1,1 εκατ.

Τα περιφερειακά ΑΕΙ καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις ως φαίνεται σε λεπτά ομιλίας στην τηλεφωνία και τώρα καλούνται να βάλουν οι πρυτάνεις τους «βαθιά το χέρι στην τσέπη», προκειμένου να πληρώσουν. Ακολουθούν με μεγάλη απόσταση το Πανεπιστήμιο Πατρών με χρέη 698.870 ευρώ, το Αθηνών με 684.169 και το Δημοκρίτειο Θράκης με 658.574.

Λιγότερο ομιλητικά… παρουσιάζονται τα ΤΕΙ, με το ΤΕΙ Πειραιά να κατέχει τα «πρωτεία» χρωστώντας (481.492 ευρώ) κι ακολουθούν της Λαμίας (144.417) και της Καλαμάτας (122.377).

Είναι βέβαιον ότι το σχετικό κονδύλι που υπάρχει στους προϋπολογισμούς των ιδρυμάτων για τα λειτουργικά τους έξοδα ή δεν φτάνει σε κάποιους ή το σπαταλούν σε άλλες ανάγκες.

Σε δυσάρεστη θέση

Τώρα όμως θα βρεθούν στη δυσάρεστη θέση της αναζήτησης των χρημάτων, γεγονός που αναμένεται να δημιουργήσει νέες εντάσεις και προβλήματα στην ήδη βεβαρημένη κατάσταση των ΑΕΙ – ΤΕΙ, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο.

Η υποχρηματοδοτηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι η αιτία, όπως λένε πρυτάνεις αλλά και πανεπιστημιακοί που τα ΑΕΙ και ΤΕΙ φυτοζωούν με τεράστια χρέη σε ΟΤΕ, ΔΕΗ και άλλους Οργανισμούς, με κίνδυνο κάποια στιγμή να σωπάσουν οι γραμμές και να κατέβουν οι διακόπτες του ρεύματος.

Σύμφωνα με την ΠΟΣΔΕΠ (Ομοσπονδία Πανεπιστημιακών), τα κονδύλια για τα λειτουργικά έξοδα μειώνονται κάθε χρόνο. Το 2006 δόθηκαν 233 εκατ. ευρώ (13,51%) και το 2007 το ποσό αυτό κατέβηκε στα 210 εκατ. ευρώ (10,95%).