Λίγοι οι διαφημιστές που ανταποκρίνονται στη νέα πρόκληση
Μόλις ένας χρόνος ήταν αρκετός για να μετατρέψει τον ενθουσιασμό που προκλήθηκε στις διαδικτυακές εταιρείες της Σίλικον Βάλεϊ, από την είδηση ότι το Facebook θα φιλοξενεί και εφαρμογές άλλων προγραμματιστών στην πλατφόρμα του, σε προβληματισμό.
Η κίνηση αυτή δημιούργησε ένα κλίμα ενθουσιασμού για τα επονομαζόμενα «widgets», όπως ονομάζονται οι μίνι εφαρμογές που οι χρήστες του διαδικτύου μπορούν να ενσωματώνουν τόσο στο Facebook, όσο και σε άλλες ιστοσελίδες.
Προσελκύοντας την προσοχή των εκατομμυρίων χρηστών των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, οι εταιρείες που αναπτύσσουν τις εν λόγω εφαρμογές θεώρησαν ότι μπροστά τους ανοιγόταν μία τεράστια νέα αγορά.
Ένα χρόνο αργότερα, η επονομαζόμενη «οικονομία των widgets» απέτυχε να αποδώσει τα αναμενόμενα. Στο σύνολό τους, τα κέρδη των κατασκευαστών των εν λόγω εφαρμογών δεν υπερβαίνουν τα 40 εκατ. δολάρια ετησίως, σύμφωνα με τον Γουίλ Πράις, διευθύνοντα σύμβουλο της Widgetbox, μίας ιστοσελίδας που δραστηριοποιείται στην εν λόγω αγορά.
Ο Μαξ Λέβκιν, διευθύνων σύμβουλος της Slide, της πιο επιτυχημένης εταιρείας του χώρου, αποφεύγει να αναφερθεί σε ακριβή οικονομικά στοιχεία, επισημαίνοντας ωστόσο ότι «μόλις δυο-τρεις» επιχειρήσεις του κλάδου παρουσιάζουν κέρδη τέτοια «που να περιλαμβάνουν διψήφιο αριθμό εκατομμυρίων δολαρίων».
Για τους περισσότερους, τα «widgets» εξελίχθηκαν σε μία μικρή οικοτεχνία. Ορισμένοι προγραμματιστές έβγαλαν αρκετά χρήματα από την ανάπτυξη τέτοιων εφαρμογών, ώστε να μη χρειάζεται πλέον να δουλεύουν στις κανονικές δουλειές τους, όπως υποστηρίζει ο Χάουαρντ Χαρτενμπάουμ της August Capital.
Ωστόσο, αυτοί είναι πολύ λίγοι. «Δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι οι εταιρείες του κλάδου έχουν καταλήξει σε ένα μοντέλο που να εξασφαλίζει σταθερή κερδοφορία», υποστηρίζει ο Μίτσελ Κέρτζμαν, συνεργάτης της Hummer Winblad. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες του κλάδου εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των δυσκολιών που χαρακτηρίζει την αγορά του διαδικτύου επόμενης γενιάς Web 2.0.
Το κύμα των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης που έκανε την εμφάνισή του από τα μέσα της δεκαετίας και ύστερα, οι οποίες στην πλειοψηφία του χαρακτηρίζονται από περιεχόμενο που έχει δημιουργηθεί από τους ίδιους τους χρήστες και από νέες μορφές επικοινωνίας, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν και ψυχαγωγούνται μέσω του διαδικτύου.
Ωστόσο, εκ φύσεως, αυτές οι νέες μορφές επικοινωνίας αποδεικνύεται ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποφέρουν υψηλά κέρδη. Στις αρχές της δεκαετίας, η Google δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα έως ότου καταλήξει σε ένα μοντέλο που να εξασφαλίζει κέρδη στην αγορά των διαδικτυακών αναζητήσεων, πραγματοποιώντας μία θεαματική στροφή στο χώρο της διαδικτυακής διαφήμισης, η οποία καθορίζει έως σήμερα την τύχη της.
Η υιοθέτηση αντίστοιχων πρακτικών στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης αποδεικνύεται δυσκολότερη. Ακόμη και οι εταιρείες που έχουν καταφέρει να ενσωματώσουν τέτοιες υπηρεσίες στις ιστοσελίδες τους, ανακαλύπτουν συχνά ότι λίγοι διαφημιστές είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν στη νέα πρόκληση. «Τα κοινωνικά δίκτυα βρίσκονται ένα βήμα μπροστά σε σχέση με τους διαφημιστές που δεν είναι ακόμη σε θέση να εκμεταλλευθούν την κατάσταση», αναφέρει ο κ. Πράις της Widgetbox.
Οι νέες μέθοδοι διαφήμισης καθώς και μετρήσεων για το νέο μέσο επικοινωνίας, δεν έχουν καν αναπτυχθεί ακόμη, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Στο μεταξύ, πολλές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο χώρο του Web 2.0 αντιμετωπίζουν μία ακόμη πρόκληση. Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την εμφάνιση της νέας τάσης, οι «νικητές» της νέας αγοράς – τουλάχιστον σε επίπεδο χρηστών – έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται γνωστοί.
Οι νέοι ανταγωνιστές φιλοδοξούν να κερδίσουν την προσοχή εκατομμυρίων χρηστών, ενώ είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαφοροποιηθούν πλέον από το σύνολο της αγοράς. Κάτι τέτοιο συνέβη και παλαιότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, με τους λίγους «νικητές» και τους πολύ περισσότερους «χαμένους» των επονομαζόμενων «dotcom» εταιρειών. Κάτι αντίστοιχο εκτιμούν αρκετοί ότι θα μπορούσε να επαναληφθεί και στη νέα εποχή του Web 2.0.
