Από την εφημερίδα: “Το Βήμα” – 25/05/2008

Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) για την εξέλιξη των τιμών των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, η λειτουργία του υγιούς ανταγωνισμού του επιδρά θετικά στη διαμόρφωση τιμών και έχει ως αποτέλεσμα μια πτωτική τάση προς όφελος των καταναλωτών.

Από το 2002, το κόστος των αστικών κλήσεων σε ώρες αιχμής του ΟΤΕ παραμένει σταθερό, ενώ το κόστος των υπεραστικών κλήσεων σε ώρες αιχμής παρουσιάζει πτώση ως το 2003 και στη συνέχεια παραμένει σταθερό.

Το κόστος κλήσεων προς κινητά εξαρτάται κυρίως από τα τέλη τερματισμού στα δίκτυα των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας.

Από τις αρχές του 2001 ως σήμερα τα τέλη αυτά παρουσιάζουν συνεχή πτώση, συμπαρασύροντας το κόστος κλήσεων από σταθερά προς κινητά. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το μέσο κόστος κλήσης από συνδρομητή του ΟΤΕ προς κινητό ήταν στο τέλος του 2005 0,22 ευρώ/ λεπτό, στο τέλος του 2006 0,19 ευρώ/ λεπτό και στο τέλος του 2007 0,16 ευρώ/ λεπτό.

Το κόστος των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας παρουσιάζει πτωτική τάση, όπως φαίνεται και από την εξέλιξη του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή ο οποίος κυμαινόταν στις 144 μονάδες τον Δεκέμβριο του 2000, στις 133 μονάδες τον αντίστοιχο μήνα του 2001, στις 117 μονάδες τον ίδιο μήνα του 2002, στις 101 μονάδες τον Δεκέμβριο του 2003 και έκτοτε παρουσιάζει σχετική σταθερότητα.

Το μέσο κόστος πακέτων ευρυζωνικών υπηρεσιών παρουσιάζει ταχεία μείωση από το 2004 ως σήμερα.

Ενδεικτικά, το μέσο κόστος των πακέτων χαμηλής ταχύτητας ήταν 75 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2004, 43,2 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2006 (μείωση 42% κατά τη διετία) και 19,7 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2008 (μείωση 54% κατά τη διετία).

Το μέσο κόστος των πακέτων μεσαίας ταχύτητας ήταν 118 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2004, 61 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2006 (μείωση 48% κατά τη διετία) και 21,2 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2008 (μείωση 65% κατά τη διετία). Το μέσο κόστος των πακέτων υψηλής ταχύτητας ήταν 217 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2004, 106 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2006 (μείωση 51% κατά τη διετία) και 25,3 ευρώ/μήνα στις αρχές του 2008 (μείωση 76% κατά τη διετία).

Τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί στην Ελλάδα στον τομέα των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών επισημαίνει η 13η Εκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύτηκε χθες και καταγράφει την πορεία της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών για το 2007. Σύμφωνα με την έκθεση, η πρόοδος αυτή είναι αποτέλεσμα της ψήφισης του νέου τηλεπικοινωνιακού νόμου, ο οποίος παρείχε στη Ρυθμιστική Αρχή τα θεσμικά εργαλεία για να επιτελέσει το έργο της και να επιδιώξει την ανάπτυξη της αγοράς και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.

Ειδικότερα, όσον αφορά την ελληνική ευρυζωνική αγορά, η εν λόγω έκθεση αναφέρεται στην ταχεία ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά το 2007. Σημαντικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις στον τομέα αυτόν θεωρούνται η έγκριση από την ΕΕΤΤ της Προσφορών Αναφοράς για την Αδεσμοποίητη Πρόσβαση στον Τοπικό Βρόχο (RUO) και τη Χονδρική Ευρυζωνική Πρόσβαση (RBO).

Η Ελλάδα καθώς και οι Ισπανία, Γαλλία, Πορτογαλία, Τσεχία και Σλοβενία αναφέρονται ως χώρες όπου η αποτελεσματική ρυθμιστική πολιτική έχει βελτιώσει τις συνθήκες της αγοράς και έχει επιτρέψει στους εναλλακτικούς παρόχους να μεταβούν σε υψηλότερες βαθμίδες της κλίμακας επενδύσεων.

Η ανάπτυξη της ευρυζωνικότητας πιστοποιείται από το γεγονός ότι η Ελλάδα βελτίωσε περαιτέρω τη θέση της στον πίνακα της ευρυζωνικής διείσδυσης (27η στο τέλος του 2006, 25η τον Ιούνιο του 2007 και 24η τον Δεκέμβριο του 2007). Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τη χώρα μας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (9,1% έναντι 20%).

Οσον αφορά τους ρυθμούς αύξησης της ευρυζωνικής διείσδυσης το 2007, η Ελλάδα βρίσκεται σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (περίπου 4,7% έναντι 3,7%). Ωστόσο, η διαφορά αυτή είναι πολύ χαμηλή για να καλύψει τις 11 μονάδες που χωρίζουν την ευρυζωνική διείσδυση στην Ελλάδα από αυτήν στην ΕΕ.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα μέσα μηνιαία κόστη γραμμών Αδεσμοποίητης Πρόσβασης στον τοπικό είναι σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μάλιστα, η Ελλάδα είναι η 4η φθηνότερη χώρα αναφορικά με τις γραμμές πλήρους πρόσβασης και η 5η φθηνότερη χώρα αναφορικά με τις γραμμές μεριζόμενης πρόσβασης.

Στην αγορά κινητής τηλεφωνίας, οι λιανικές τιμές παραμένουν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Τα τέλη τερματισμού στα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας παραμένουν σημαντικά ακριβότερα στην Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (περίπου 11 ευρωλεπτά/λεπτό έναντι 9,7 ευρωλεπτά/λεπτό).

Στην αγορά σταθερής τηλεφωνίας, τα μερίδια του ΟΤΕ σε όλες τις κατηγορίες κλήσεων παραμένουν σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ παρατηρείται μικρή μείωση των μεριδίων αυτών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Στα τέλη τερματισμού στο δίκτυο του πρώην κρατικού μονοπωλίου, η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Περαιτέρω, η έκθεση επικροτεί την πρόσφατη ψήφιση νόμου στην Ελλάδα, με τον οποίο αντιμετωπίζονται σε μεγάλο βαθμό ρυθμιστικά θέματα της αγοράς ευρυεκπομπής (broadcasting), με την εκχώρηση απαραίτητων αρμοδιοτήτων στην ΕΕΤΤ.

Σύμφωνα με την έκθεση μεγάλες προκλήσεις για την Ελλάδα αποτελούν:

1. Η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου για τα δικαιώματα διέλευσης, καθώς οποιαδήποτε καθυστέρηση στον τομέα αυτόν μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού σε επίπεδο υποδομών.

2. Η μείωση των καθυστερήσεων όσον αφορά την εκδίκαση προσφυγών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υποθέσεων που κρίνεται ότι υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Εφετείου.

3. Η αντιμετώπιση προβλημάτων κατά την εγκατάσταση κεραιών, τα οποία προκαλούν καθυστερήσεις στην ανάπτυξη δικτύων κινητών τηλεπικοινωνιών τρίτης γενιάς.

4. Η προστασία του καταναλωτή, ο οποίος συχνά βρίσκεται αντιμέτωπος με υπηρεσίες που αδυνατούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να χάνει την εμπιστοσύνη του στην αγορά. Σύμφωνα με την έκθεση, το θέμα αυτό αποτελεί πανευρωπαϊκή πρόκληση, καθώς η ποικιλία των προσφερομένων προϊόντων μπορεί να οδηγήσει εύκολα σε σύγχυση. Στην κατεύθυνση αυτή, συνιστά την εντατικοποίηση των προσπαθειών για ενημέρωση και προστασία του καταναλωτή, με τρόπο όμως που να αποφεύγεται επικάλυψη προσπαθειών μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων φορέων.