Από την εφημερίδα: “Ημερησία” – 19/05/2008
Του Δημήτρη Μαλλά
Σε πάνω από 2,5 δισ. ευρώ υπολογίζει η εταιρεία που προσέλαβε το υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών το κόστος για την ανάπτυξη τηλεπικοινωνιακών υποδομών επόμενης γενιάς που θα προσφέρουν εξαιρετικά υψηλής ταχύτητας συνδέσεις σε κάθε σπίτι μέσα από την τεχνολογία των οπτικών ινών. Ο σύμβουλος του ΥΜΕ, ΑΤ Kearney, πάντως, δείχνει να εκτιμά ότι το έργο θα είναι οικονομικά βιώσιμο μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ για την περιφέρεια θα απαιτηθεί μεγάλη συνεισφορά εκ μέρους του ελληνικού κράτους.
Από την άλλη πλευρά, οι υποδομές που θα δημιουργηθούν θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για έναν «εναλλακτικό ΟΤΕ» με ιδιόκτητες υποδομές, ο οποίος θα ασχολείται μόνο με το κομμάτι της χονδρικής διάθεσης υπηρεσιών.
Τα πρώτα αποτελέσματα της έρευνας της ΑΤ Kearney παρουσιάστηκαν την Παρασκευή σε εκπροσώπους ενδιαφερόμενων φορέων και παρόχων και καταλήγουν στο ότι το κόστος υλοποίησης ενός δικτύου οπτικών ινών που θα φθάνει μέχρι το σπίτι του συνδρομητή (fiber to the home – FTTH) θα φθάσει στα 1,1 δισ. ευρώ για την Αθήνα (παθητικός και ενεργητικός εξοπλισμός) και στα 220 εκατ. ευρώ για τη Θεσσαλονίκη με την υλοποίηση να ολοκληρώνεται το 2017 και το 2012 αντίστοιχα.
Οσον αφορά τα υπόλοιπα μεγάλα αστικά κέντρα (και δη τα 70 όπου υλοποιούνται δημοτικά μητροπολιτικά δίκτυα οπτικών ινών τα οποία επιδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για την Κοινωνία της Πληροφορίας με τα οποία ασχολήθηκε η ΑΤ Kearney λόγω συνεργιών), το κόστος της επένδυσης σε παθητικό εξοπλισμό εκτιμάται σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ.
Δύο μοντέλα
Η εταιρεία συμβούλων παρουσίασε πάντως τα δύο προτεινόμενα μοντέλα υλοποίησης για τη συγκεκριμένη προσπάθεια.
Το πρώτο περιλαμβάνει δύο επίπεδα όπου υπάρχει ένας οργανισμός χονδρικής διάθεσης υπηρεσιών (wholesale provider), που αναλαμβάνει τόσο να κατασκευάσει τις υποδομές όσο και να διαθέτει εμπορικά υπηρεσίες στις εταιρείες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
To δεύτερο έχει τρία επίπεδα, καθώς προτείνει να είναι διαφορετικοί οι φορείς που θα αναλάβουν την κατασκευή και τη λειτουργία ων υποδομών (πάροχος υποδομής ή infrastructure provider) και τη χονδρική διάθεση των υπηρεσιών (πάροχος επικοινωνιών ή communications provider) αντίστοιχα.
Αργεί η απόσβεση
Οπως είναι προφανές, κανείς τηλεπικοινωνιακός πάροχος δεν θα πρέπει να έχει εμπλοκή είτε στην κατασκευή των υποδομών είτε στη διάθεση, όπερ σημαίνει ότι θα πρέπει να βρεθούν ενδιαφερόμενοι φορείς, οι οποίοι, μάλιστα, θα χρειαστεί να περιμένουν αρκετά χρόνια μέχρι να ξεκινήσει η απόσβεση της επένδυσής τους. Χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιδότηση, ο wholesale provider σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη θα περιμένει μέχρι το 2026, ενώ για την επαρχία υπολογίζεται η έναρξη της απόσβεσης για αρκετά μετά το 2030.
Σημειωτέον πως οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται σε ορισμένες προβλέψεις για το μέλλον της ελληνικής αγοράς ευρυζωνικών συνδέσεων. Συγκεκριμένα, η ΑΤ Kearney εκτιμά ότι το 2012 2,4 ελληνικά νοικοκυριά (64% διείσδυση) θα έχουν ευρυζωνική σύνδεση, αριθμός που φθάσει τα 3,3 εκατ. το 2030 (88%).
